Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Σε αναζήτηση πνευματικής πυξίδας

  • Tου Θανου Bερεμη*
Θελήσαμε να ασχοληθούμε εδώ με ένα φαινόμενο του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου, όταν η ήπειρός μας γνώριζε τη μεγαλύτερη ηθική κρίση της Ιστορίας της. Οτι σημαντικοί διανοούμενοι όπως ο Καρλ Σμιτ επέλεξαν να γίνουν στήριγμα του πιο βάρβαρου πολιτεύματος, είναι μια από τις απώλειες εκείνης της εποχής. Οτι ο Σμιτ ίσως ασκεί ακόμα γοητεία σε σκεπτόμενους ανθρώπους που πασχίζουν να βρουν πυξίδα στο σύγχρονο πέλαγος, είναι ανησυχητικό.
Αν ο διαφωτισμός και ο ορθολογισμός έχουν διανύσει την πορεία τους και βρισκόμαστε ήδη στον μεταμοντέρνο σχετικισμό, θα το μάθουμε προσεχώς, ελπίζω όχι λίαν προσεχώς. Ομως σίγουρα τα φαντάσματα των παραστρατημένων δεν μας βοηθούν να αποκτήσουμε το αναγκαίο έρμα για το δύσκολο ταξίδι που βρίσκεται μπροστά μας.
Ο Γερμανός φιλόσοφος του Δικαίου, Καρλ Σμιτ, έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό της χώρας μας χάρη στον φιλόσοφο Παναγιώτη Κονδύλη και τη διαμάχη του με τον Ριχάρδο Σωμερίτη. Εκτοτε ο Σμιτ απέκτησε μεγαλύτερη ορατότητα και υπήρξε αντικείμενο μελέτης από αριστερούς και μη επιστήμονες.
Τι είναι αυτό που έκανε το έργο του Σμιτ ελκυστικό σε αριστερούς διανοητές όπως οι Βάλτερ Μπένγιαμιν και Γκέοργκ Λούκατς, και μάλιστα σε εποχή κατά την οποία ο αντι-σημίτης νομικός συνέπλεε και σε ορισμένες περιστάσεις εκθείαζε τον ναζισμό; Ηταν άραγε ο αντιφιλελεύθερος λόγος του, η ροπή του προς το ισχυρό κράτος ή η ανάλυσή του της λαϊκής βούλησης; Η εχθρότητά του προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό ασφαλώς τον κατέστησε μεταπολεμικά ελκυστικό σε κάποιους αριστερούς διανοούμενους και αυτός έσπευσε να δείξει στους νέους αντιεξουσιαστές Γερμανούς ένα πρόσωπο γεμάτο κατανόηση. Ετσι, μέμφεται την ομοιογένεια που δημιουργεί στην κοινωνία η δημοκρατία διότι έτσι εξοντώνεται η ετερογένεια. Ουδείς λόγος για τη βιολογική εξόντωση των ετερογενών του χιτλερικού συστήματος.
Οπως πολλοί σημαντικοί διανοητές του γερμανικού Μεσοπολέμου, ο Σμιτ ανήκει σε μια παράδοση που παραπέμπει στον ρομαντικό εθνικισμό του 19ου αιώνα. Ο Σίλερ πίστευε ότι το μεγαλείο των συμπατριωτών του αντλούσε δυνάμεις από τις αναζητήσεις τους, όχι στα εγκόσμια, αλλά στον υπερβατικό κόσμο του πνεύματος. Πράγματι, πολλοί από τους μεγάλους σύγχρονους του Σμιτ, συνεργασθέντες (Χάιντεγκερ) και μη (Σπέγκλερ) με το χιτλερικό καθεστώς, υπήρξαν προϊόντα των γοητευτικών αναζητήσεων που επισήμανε ο Σίλερ.
Ο ίδιος ο Σμιτ αποτελεί παράδειγμα φιλοσοφικής αμφιθυμίας. Αν και συντηρητικός ερμηνευτής του Συνταγματικού Δικαίου, διέθετε τεράστιο φάσμα ενδιαφερόντων που συχνά έρχονταν σε αντίθεση με τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Ηταν υποστηρικτής του ναζισμού αν και αμετακίνητος καθολικός, πιστός χριστιανός αν και υπηρέτης της πιο απάνθρωπης κοσμικής αντίληψης.
Η έλξη που άσκησαν επάνω του τόσο διαφορετικοί ριζοσπάστες, όπως ο σωβινιστής Σαρλ Μοράς και ο αντίποδάς του στη θεωρία του συνδικαλισμού, Ζορζ Σορέλ, περιγράφει και τη ροπή της εποχής του προς την ακρασφάλεια. Είναι ίσως δυνατό να τον κατατάξουμε στην παράδοση του Νίτσε καθώς ασκεί σοβαρή κριτική στον φιλελεύθερο ρασιοναλισμό και έλκεται από την ισχύ και τη βούληση των ισχυρών. Η παρατήρηση για τον διαχωρισμό ανάμεσα στην εσωτερική πίστη και την εξωτερική υπακοή των πρώτων Φιλελευθέρων του 17ου αιώνα στους νόμους του κράτους, αποδίδει το προσωπικό του δίλημμα.
Η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας απασχόλησε ιδιαίτερα τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου. Αισθανόταν δέος μπροστά στην έννοια της κυριαρχίας, η οποία αντλούσε κύρος από την αστείρευτη εξουσία του λαού. Ο λαός, όμως, ως απεριόριστη πηγή εξουσίας τον τρόμαζε. Βρήκε ωστόσο μια εύσχημη λύση στο πρόβλημα αυτό στο έργο του Μακιαβέλι, ο οποίος υπήρξε για τον Σμιτ μια αδελφή διάνοια. Υιοθέτησε έτσι την ιδέα του «εντεταλμένου δικτάτορα» που ο Μακιαβέλι είχε ανακαλύψει στη ρωμαϊκή δημοκρατία.
Πρόκειται για θεσμό που λειτούργησε από το 500 π. Χ. ώς τον τρίτο αιώνα, με σκοπό την προστασία του πολιτεύματος σε περίπτωση στρατιωτικής συνωμοσίας. Η ερμηνεία του ίδιου του Σμιτ ήταν ότι ο θεσμός προοριζόταν για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, ακόμα και με επιβολή καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης, περιορισμένης διάρκειας.
Ο μαρξισμός, κατά τον Σμιτ, αποτελούσε μόνιμη απειλή για τη νομιμότητα. Η επίκληση μιας ανατροπής που αντλούσε το φιλοσοφικό της κύρος όχι από τη λογική του Δικαίου, αλλά από κάποια αποκρυπτογράφηση της Ιστορίας, απασχόλησε επίμονα τον Σμιτ στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ανάμεσα στο 1921-24 κατέληξε σε τρία σχέδια για την αντιμετώπιση της απειλής: Το πρώτο απέβλεπε στη βίαιη καταστολή μαζικών εξεγέρσεων με αυταρχικό, αντι-επαναστατικό καθεστώς. Το δεύτερο, που ήταν και το πιο ουτοπικό, βασιζόταν στο κύρος της Καθολικής Εκκλησίας ως μοναδικού ζωντανού εκπροσώπου της ευρωπαϊκής παράδοσης. Το τρίτο προσανατολιζόταν όχι προς την καταστολή, αλλά την ενσωμάτωση των μαζών σε μια «ομογενοποιημένη εθνική δημοκρατία». Ο όρος «ομογενοποίηση» αποτελεί εκ των υστέρων μακάβρια αναφορά σε γεγονότα που έμελλαν να συμβούν.
Τι έμεινε σταθερό από τις πολιτικές μεταμορφώσεις του Σμιτ και τις μεταστάσεις του από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, στην τελευταία κυβέρνηση πριν από τον Χίτλερ έως την παρέα των διανοουμένων που συμβουλευόταν ο Γκέριγκ;
Ο Σμιτ υποστήριξε τους ναζί, γιατί πίστεψε ότι αυτοί θα ήταν ο από μηχανής θεός που θα έσωζε το αστικό σύστημα από μια σοβιετική κατάληξη. Εβλεπε την ιδεολογία των χιτλερικών σαν αναγκαία λύση, πέραν του νομικού ορθολογισμού, ο οποίος δεν μπόρεσε να σώσει την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το μεταπολεμικό του έργο περιέχει πολλές οξυδερκείς σκέψεις, αλλά αποδίδει συγχρόνως και την προσωπική του ηθική έκπτωση. Η ερμηνεία του της λέξης «νόμος» σχετίζεται με τη «νομή» και τέλος του «νέμομαι», εξομοιώνοντας τους νόμους με την αυθαιρεσία της βίας του ναζισμού.
* Ο κ. Θ. Βερέμης είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.
  • Η Καθημερινή, 6/3/2011

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Κινήματα ανυπακοής με πολιτική αυτονομία

  • ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ
Ακόμη και χωροταξικά, τα κινήματα ανυπακοής και αυτόνομης δράσης των πολιτών έδειξαν στη μεγάλη πορεία της 23ης Φεβρουαρίου στο κέντρο της Αθήνας την απόσταση που τα χωρίζει από τα κόμματα και τους συνδικαλιστικούς φορείς.
Μέλη του κινήματος «δεν πληρώνω», κάτοικοι της Κερατέας, πορεύτηκαν χωριστά, έξω από το σώμα των επίσημων θεσμικών μπλοκ. Η σημειολογική αυτή διαφοροποίηση δεν σταματάει όμως εδώ. Συχνά οι δράσεις αρκετών φορέων της νέας κοινωνίας των πολιτών δικτυώνονται με κοινές εκδηλώσεις και αγωνιστική αλληλοϋποστήριξη (π.χ. μέλη του κινήματος «δεν πληρώνω» συμπαρίστανται στους κατοίκους της Κερατέας και στους απεργούς πείνας μετανάστες).
Η έμπρακτη αυτή εμφάνιση μορφών κοινωνικής αυτονομίας διογκώθηκε το τελευταίο διάστημα εξαιτίας και της γενικευμένης κρίσης, προκαλώντας αμηχανία στην πολιτική και την οικονομική εξουσία, που οποία έσπευσαν να στιγματίσουν ως παράνομα ορισμένα από αυτά. Πόσο αυτόνομος και πόσο πολιτικός είναι τελικά ο λόγος των νέων αυτών κινημάτων, τα οποία είναι πρωτόγνωρα για τα ελληνικά δεδομένα;
«Οι ομάδες πολιτών που αυτοοργανώνονται είναι πολύχρωμες. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απολίτικες» λέει ο Χρήστος Παναγής, πολιτικός μηχανικός από το Κίνημα Κατά των Διοδίων ΒΑ Αττικής. «Οι αποφάσεις τους λαμβάνονται μέσα από ανοικτές συνελεύσεις. Αποτελούν μια πολιτική αντίδραση απέναντι στην ανομία της εξουσίας καθώς και την κομματική και συνδικαλιστική χειραγώγηση. Ηρθαν για να καλύψουν ένα κενό, ένα πολιτικό έλλειμμα, το οποίο εξέθρεψε όλα αυτά τα σκάνδαλα που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια, από την Ολυμπιάδα, τη Siemens, τα δομημένα ομόλογα, το Βατοπέδι, και φυσικά την παραχώρηση των εθνικών δρόμων, ενός δημόσιου κοινωνικού αγαθού, στους εργολάβους» συμπληρώνει.
Η πολιτική οριοθέτηση και στόχευση όσων μετέχουν στα νέα αυτά κινήματα παραμένει πράγματι ένα ζητούμενο: «Είμαστε άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές καταγωγές. Αυτό που μας ενώνει είναι η ανάγκη να παλέψουμε μια κατάσταση, η οποία, ειδικά μετά το μνημόνιο, πλήττει τον μέσο λαϊκό άνθρωπο. Διεκδικούμε την αυτονομία μας απέναντι στους μέχρι τώρα παραδοσιακούς συνδικαλιστικούς φορείς. Ο κόσμος ανταποκρίνεται θερμά στις κινητοποιήσεις μας, γιατί, όσο και αν φαίνεται βουβός, μέσα του βράζει» επισημαίνει ο δάσκαλος Σωτήρης Τσόκας από το κίνημα «Επιβάτες Θεσσαλονίκης».
«Αυτό που εισπράττουμε από τον κόσμο είναι μια απαξίωση απέναντι στο συνδικαλιστικό κίνημα αλλά και μια έλλειψη εμπιστοσύνης προς την αριστερά, για την οποία θεωρούν ότι δεν εκπλήρωσε τις προσδοκίες τους τη στιγμή που πολλοί πολίτες την αποζητούσαν ως αποκούμπι» υπογραμμίζει ο Γιώργος Θεοδωρόπουλος, από την Ακρίβεια-Stop.
Τη γενικότερη αμηχανία τους απέναντι στο φαινόμενο καταθέτουν και οι πολιτικοί επιστήμονες που ασχολούνται με τα κινήματα της «Κοινωνίας των Πολιτών». Τα συνδέουν ευθέως με τη γενικευμένη οργή και τον θυμό του κόσμου, εκφράζουν ωστόσο επιφυλάξεις για το κατά πόσο είναι σε θέση να εκφράσουν άμεσα έναν συνολικό πολιτικό λόγο. Συμφωνούν πάντως ότι η μαζική εμφάνιση και δράση τους αμφισβητεί την κυριαρχία του σημερινού πολιτικού συστήματος στο σύνολό του...
  • ΑΛΕΞ. ΑΦΟΥΞΕΝΙΔΗΣ (ερευνητής Ινστιτούτου Πολιτικής Κοινωνιολογίας ΕΚΚΕ)

«Ασφυκτιούν από το πολιτικό σύστημα»

Τα τελευταία δέκα χρόνια στην Ελλάδα άνθησαν οι νέου τύπου οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Τα κινήματα που εμφανίζονται το τελευταίο διάστημα, αποτελούν νέες μορφές οργάνωσης που εντάσσονται σε μια δυναμική διαδικασία, η οποία δεν έχει μελετηθεί ακόμη σε όλο της το εύρος.
Η άρθρωση αυτών των κινημάτων είναι προς το παρόν μεμονωμένη, στηρίζεται στην αγανάκτηση και το θυμό των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα στο σύνολό του και έχει κυρίως καταγγελτικό, αμυντικό χαρακτήρα. Δεν έχουν αποκτήσει δηλαδή ακόμη ειδικό πολιτικό βάρος και δεν αποτελούν την εναλλακτική πολιτική πρόταση απέναντι στο σημερινό πολιτικό σύστημα.
Ενα από τα βασικά χαρακτηριστικά των κινημάτων αυτών στην Ελλάδα είναι ο κατακερματισμός του πολιτικού τους λόγου, καθώς πολλές ομάδες εμφανίζονται να είναι ακόμη και ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Δεν γνωρίζουμε εάν τα νέα κοινωνικά κινήματα θα μετουσιώσουν την αμφισβήτηση αυτή και σε συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα. Από τη μέχρι τώρα εμπειρία, αυτό που προσδιορίζουμε ως κοινωνία των πολιτών στέκεται μεν απέναντι στο κράτος και ελέγχει τις λειτουργίες του, αλλά δεν αποτελεί «επαναστατική δύναμη».
Τα νέα κινήματα ασφυκτιούν κάτω από το σημερινό πολιτικό σύστημα το οποίο είναι ολιγαρχικό, αυταρχικό, παλιομοδίτικο και λειτουργεί επίσης με καταγγελτικό τρόπο, διογκώνοντας τα αδιέξοδα. Ο κόσμος αισθάνεται ότι δεν βρίσκει το δίκιο του, τα σημερινά πολιτικά κόμματα έχουν αποϊδεολογικοποιηθεί και απονομιμοποιηθεί στη συνείδηση των πολιτών.
  • ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΟΡΩΝΑΙΟΥ (αν. καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)

«Μια δυσανάγνωστη κοινωνική δύναμη»

Η ετερογένεια, η απουσία «καθαρών» πολιτικών στόχων, η συγκινησιακή φόρτιση (θυμός, οργή) κ.λπ. σηματοδοτούν μια κοινωνική δυναμική η εσωτερική λογική της οποίας παραμένει δυσανάγνωστη.
Ωστόσο, η απλή παρατήρηση δείχνει ότι: α) Τα σύγχρονα κινήματα ελάχιστη σχέση έχουν με το παραδοσιακό συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο παραμένει εγκλωβισμένο στη διεκδίκηση κορπορατίστικων αιτημάτων, αφήνοντας απέξω τα πιο τραγικά θύματα του κοινωνικού και οικονομικού ρατσισμού: τους άνεργους και τους μετανάστες. β) Οι νέες μορφές δράσης απέχουν πολύ από τα κινήματα διεκδίκησης νέων συλλογικών ταυτοτήτων, που ταυτίστηκαν με τη μετάβαση στη μετανεωτερική κοινωνία (γυναικείο κίνημα, οικολογία, αναγνώριση της διαφορετικότητας, κ.ά.).
Τα κινήματα -δεν πληρώνω, δεν παραχωρώ τον δημόσιο χώρο (Κερατέα)- καθώς και οι έντονες διαμαρτυρίες εναντίον πολιτικών (Πάγκαλος, Τσοχατζόπουλος κ.ά.) υπερβαίνουν την οικονομική σφαίρα, διεκδικώντας, σε συμβολικό επίπεδο, τον δημόσιο χώρο ως τόπο έκφρασης νέων κοινωνικών σχέσεων και ρυθμίσεων. Οσο κι αν οι ποικίλοι εκπρόσωποι της εξουσίας επιμένουν να στιγματίζουν αυτά τα κινήματα ως «παραβατικά», είναι φανερό ότι αυτά εγγράφονται στη συλλογική συνείδηση ως «απάντηση» στη ρήξη της κοινωνικής συνοχής και στη ζούγκλα μιας απορρυθμισμένης κοινωνίας. Η δράση τους υπερβαίνει επίσης τις αναπαραστάσεις για τον σοσιαλισμό, ο οποίος ταυτίζεται περισσότερο με την εξουσία παρά με την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, το πολιτικό σύστημα αργοπεθαίνει μπροστά στο θολό ποτάμι της περιθωριοποίησης, της παραβατικότητας και της οργισμένης απελπισίας, που φουσκώνει επικίνδυνα.

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Η αυτοβιογραφία του Χ. Ζιν


Ο Αμερικανός ιστορικός αποκαλύπτει τους σταθμούς στη ζωή του
  • HOWARD ZINN
    Αυτοβιογραφία. Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ’ ένα τρένο που κινείται
    εκδ. Αιώρα, 2011, σελ. 317
Το γεγονός ότι το αυτοβιογραφικό αφήγημα ευδοκιμεί στις αγγλοσαξονικές κοινωνίες, αλλά όχι στην Ελλάδα, επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, μία εκ των οποίων θα μπορούσε να είναι η διαφορετική πολιτισμική αντίληψη που έχουν οι κοινωνίες αυτές για το άτομο. Η αναγνώριση της κοινωνικής αξίας του ατόμου, αντί της απαξίωσής του όπως τη βιώνουμε στη χώρα μας, δημιουργεί τη δυνατότητα στον αυτοβιογραφούμενο να αποδυθεί σε μια προσπάθεια αναζήτησης του εαυτού του μέσα στον ρου της Ιστορίας. Ο θεμελιώδης αυτός σεβασμός του κοινωνικού υποκειμένου αποτελεί προϋπόθεση της Αυτοβιογραφίας του Χάουαρντ Ζιν, αλλά και κάθε αυτοβιογραφικού εγχειρήματος.
Ωστόσο, ο διάσημος Αμερικανός ιστορικός και πολιτικός ακτιβιστής δεν περιορίζεται σε μια αυτοαποκάλυψη του ιδιωτικού εγώ σε δημόσιο, αλλά στοχεύει στην ενδυνάμωση της δράσης του ατόμου και στην υποστήριξη των δυνατοτήτων παρέμβασής του στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μέσα από το ερμηνευτικό πρίσμα της προτροπής για εγκατάλειψη της αδράνειας και υιοθέτηση δραστικής ατομικής συμμετοχής στα κοινά, γίνεται κατανοητός ο υπότιτλος της αυτοπαρουσίασής του: Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ’ ένα τρένο που κινείται.
  • Η πρόθεση
Ηδη από τον πρόλογο γίνεται φανερό ότι η πρόθεση του συγγραφέα είναι αφενός η αυτοανάλυση και αφετέρου η αφήγηση ιστοριών των επώνυμων και ανώνυμων ανθρώπων που τον ενέπνευσαν να γίνει ο εαυτός του. Ετσι, ανατρέποντας την κυρίαρχη τάση της χρονολογικής αφήγησης, ο Ζιν αρχίζει την αυτοβιογραφία του με την καταλυτική επίδραση που είχε πάνω του η διδασκαλία σε κολέγια μαύρων στον Νότο, από το 1956 ώς το 1963, δηλαδή από την εποχή των πρώτων μικρών πράξεων αντίστασης της μαύρης κοινότητας ώς την κορύφωση του κινήματος για φυλετική δικαιοσύνη. Το πνεύμα απείθειας που γεννήθηκε εκείνη τη θυελλώδη περίοδο έπεισε τον Ζιν ότι αν αρκετοί άνθρωποι δοθούν σ’ ένα κίνημα για κοινωνική δικαιοσύνη, αργά ή γρήγορα θα πετύχουν. Το δεύτερο κεφαλαίο περιγράφει την ταραχώδη εποχή της αντίδρασης κατά του πολέμου του Βιετνάμ. Και πάλι ο Ζιν συμμετέχει ενεργά, δίνοντας ομιλίες, παίρνοντας μέρος σε καθιστικές διαμαρτυρίες αλλά και συγκρούσεις με την αστυνομία και συνεπακόλουθες δίκες που συχνά τον οδηγούν στη φυλακή. Ομως δεν αγωνίζεται μόνος.
  • Κατά του πολέμου
Στην αρχή λίγοι και αργότερα περισσότεροι αντιδρούν στην υποταγή της ατομικής συνείδησης στην κυβερνητική εξουσία. Κι όμως, ο ίδιος κατατάχθηκε εθελοντικά στην αεροπορία στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πόλεμου και συμμετείχε σε βομβαρδισμούς ευρωπαϊκών πόλεων. Η επαφή με επιζήσαντες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι και η εμπειρία του από την προδοσία των δημοκρατικών αρχών στην ίδια του τη χώρα μετέτρεψαν τον βετεράνο Ζιν σε δριμύ πολέμιο του ίδιου του πολέμου, αφού, όπως υπογραμμίζει, δεν υπάρχει «καλός» και «δίκαιος» πόλεμος. Αυτή τη στάση αμφισβήτησης υιοθέτησε στη συγγραφή του βιβλίου που τον έκανε διάσημο, την Ιστορία του λαού των ΗΠΑ (1980), με ήρωες μαύρους υπέρμαχους της κατάργησης της δουλείας, αγρότες, εργάτες, γυναίκες και βετεράνους του Βιετνάμ. Η απροσδόκητη επιτυχία του βιβλίου φανερώνει πόσο οι άνθρωποι επιθυμούν να μάθουν εναλλακτικές «αλήθειες» για την ιστορία τους.
  • Τα παιδικά χρόνια
Μια αυτοβιογραφία όμως δεν θα ήταν ολοκληρωμένη αν δεν αναφερόταν στα παιδικά και νεανικά χρόνια του αυτοβιογραφούμενου. Και πάλι εδώ ο Ζιν πρωτοτυπεί: επί τροχάδην μιλά για την εργατική οικογένεια στην οποία μεγάλωσε, για την ανέχεια, την ανεργία και τη φτώχεια των συνοικιών του Μπρούκλιν στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, για την πρώτη του επίσημη δουλειά στα ναυπηγεία, αλλά και για τα αναγνώσματά του.
Κι όμως, ο Ζιν παραθέτει τα βιώματά του όχι αναζητώντας σ’ αυτά τα αίτια της ταξικής του συνείδησης, αλλά για να δείξει πώς ζούσε και εξακολουθεί να ζει ένα μεγάλο μέρος του αμερικανικού πληθυσμού. Εχοντας βαθιά ριζωμένη την πεποίθηση ότι «οι άνθρωποι δεν είναι εκ φύσεως βίαιοι, σκληροί ή άπληστοι, μολονότι μπορούν να γίνουν τέτοιοι», ότι όλοι μοιραζόμαστε ένα κοινό αίσθημα ηθικής και ότι καμιά πράξη ανυπακοής δεν πάει χαμένη, ο Ζιν μέχρι το τέλος της ζωής του, τον Ιανουάριο 2010, ήταν ένας ασυμβίβαστος μαχητής των αξιών που πρέσβευε. Στις συχνές επικρίσεις για αφελή ρομαντισμό, ο ίδιος απαντούσε με αισιοδοξία, τονίζοντας ότι «το μέλλον είναι μια άπειρη διαδοχή από παρόντα και το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, αψηφώντας όλα τα άσχημα γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια θαυμάσια νίκη».

To κοινωνικό φαινόμενο της ληστείας


Επανέκδοση της περίφημης μελέτης του Ερικ Χομπσμπάουμ για τις πολιτικές συμβολικές όψεις της παρανομίας και της ανταρσίας
  • ERIC HOBSBAWΜ
    Ληστές
    μτφ. Νίκος Κούρκουλος
    εκδ. Θεμέλιο, 2010, σελ. 263
Ενα βιβλίο πολλές φορές δουλεμένο και διαρκώς βελτιωμένο και μια ολόκληρη εποχή: 1959-2000. Αυτά είναι και τα χρονολογικά όρια μέσα στα οποία ο Ερικ Χομπσμπάουμ γράφει και εμπλουτίζει, επανεκδίδοντάς το, το βιβλίο του για τους ληστές του (μερικές φορές ήταν και κοινωνικοί). Η τελευταία έκδοση στα ελληνικά, εξόχως μεταφρασμένη από τον Ν. Κούρκουλο, είναι αναθεωρημένη από τον ίδιο τον συγγραφέα που πρόλαβε να λάβει υπόψη τις κριτικές, θετικές και αρνητικές, που του είχαν απευθυνθεί όλα αυτά τα χρόνια.

Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται παρουσίαση, είναι από τους αγαπημένους και τιμημένους του ελληνικού κοινού (και όχι μόνο), αφού ικανοποίησε την ανάγκη των Ελλήνων αναγνωστών για την κοινωνική ιστορία. Γι’ αυτήν την τελευταία δεν είχαν μείνει και πολλά περιθώρια στους Ελληνες ιστορικούς, αφού το κοινωνικό γεγονός στην ιστοριογραφία τους συμπιεζόταν αφόρητα από τη συζήτηση περί εθνικής ιστορίας και συνέχειας, αν όχι και περί κατασκευής του έθνους, οδηγώντας συχνά την ελληνική ιστοριογραφία σε μια θεωρητική συζήτηση περί της ιστορίας μας παρά σε ένα εργαστήριο επεξεργασίας εννοιών για την (επιστημονική) μελέτη της. Ετσι οι έννοιες που έπρεπε να τεθούν υπό διερεύνηση χρησίμευαν ως οδηγοί της ίδιας της μελέτης τους. Κοντολογίς οι πραγματικότητες της ιστορίας δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ ως «πράγματα» αλλά ως αξίες επενδυμένες με την ιδεολογία των μελετητών τους (εξ ου και οι ιστορίες του διαφωτισμού χωρίς ουδεμία ιστορία των φορέων του διαφωτισμού, οι πολλές ιστορίες της Εκκλησίας χωρίς ουδεμία ιστορία των εκκλησιαστικών, οι πολλές ιστορίες της πολιτικής χωρίς καμιά ιστορία των πολιτικών κ. ο.κ.). Υπάρχουν θαυμάσιες εξαιρέσεις αλλά χωρίς ιδιαίτερη συνέχεια.

Στο βιβλίο του Χομπσμπάουμ υπάρχει, ευτυχώς, ένα μέρος που χρησιμοποιεί μια από αυτές τις ελληνικές εξαιρέσεις όταν ο συγγραφέας μελετά τους «ληστές» των Βαλκανίων, και αναφέρομαι στις πρωτοποριακές αναλύσεις του Σπ. Ασδραχά για τους κλέφτες και τους αρματολούς (ήδη από τη δεκαετία του 1950!). Δεν χρησιμοποιεί, αντιθέτως, τις εργασίες του Ι. Κολιόπουλου.

Η μελέτη του Ε.Χ., περί ληστών δεν εξαντλείται, εννοείται, στα Βαλκάνια (χαϊντούκοι, τζελαλήδες) ή στην Ελλάδα (κλέφτες και αρματολοί). Θα λέγαμε μάλιστα ότι στην προσπάθεια του συγγραφέα να δει το φαινόμενο της ληστείας (και μάλιστα της κοινωνικής) στην παγκόσμια διάστασή του το διευρύνει τόσο πολύ (από την Κίνα και την Αιθιοπία στο Μεξικό και στην Αργεντινή) που αφήνει την αίσθηση ότι υπό την έννοια «ληστεία» χωρούν τα πάντα. Η εξέγερση, η σύγκρουση ομάδων, κοντολογίς οι αντιφάσεις ενός συστήματος κοινωνικής συγκρότησης.
  • Μελέτη
Σε σημείο που να διερωτηθούμε αν η έννοια «ληστές» (bandits), γενικώς, μπορεί να είναι επιχειρησιακή έννοια για επιστημονική μελέτη. Αλλά θα ήταν άδικο για τη σημασία και την ευφυΐα αυτού του βιβλίου να επιμέναμε στα σημεία που προσφέρονται για κριτική και να μην αφεθούμε στη γοητεία του, και την υπέροχη γραφή του. Αλλωστε το βιβλίο ανοίγεται σε ποικίλους προβληματισμούς έτσι που να προσφέρει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να ξανασκεφτεί όλα τα θέματα: Ποια είναι η διαφορά νόμιμης και παράνομης ληστείας; Η διαφορά εξέγερσης, συμβιβασμού και ένταξης του εξεγερμένου; Ποιος είναι ο ρόλος των ληστών στην υποστήριξη μιας έννομης εξουσίας; Η σχέση της ληστείας, γενικώς, με την πολιτική; (η ιστορία του Κουμμουνιστικού Κόμματος Κίνας και του Μάο έχει από αυτήν την άποψη πολύ ενδιαφέρουσες σελίδες). Τι μπορεί να ονομάζουμε κοινωνική ληστεία; Πώς ο θεωρούμενος κακούργος, από το κράτος γίνεται μύθος και εκδικητής για τον χωρικό; Πώς, ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες γίνεται ο ληστής;

Ο μυστικισμός (ή σχεδόν) του εκδικητή όπως στην περίπτωση του ξακουστού Λαμπιάο στο Νορντέστε της Βραζιλίας όταν πηγαίνει να συναντήσει τον «μεσσία» πάντρε Σίσερο. Η οικονομία και η πολιτική της ληστείας (κεφάλαιο γεμάτο ιδέες για ένα αντάρτικο). Η ληστεία και η επανάσταση, ως σχέση «διφορούμενη, αμφίβολη και σύντομη» (ένα από τα αγαπημένα θέματα του συγγραφέα).
  • Ο συμβολισμός
Οι ληστές απαλλοτριωτές που τόσο απασχόλησαν (και ενέπλεξαν) και τον ίδιο τον Λένιν και τους μπολσεβίκους του. Οι αναρχικοί ληστές και η γοητευτική φυσιογνωμία των Βάσκων αναρχικών αδελφών Σαμπατέ που εξακολουθούν να επιχειρούν χρόνια μετά το τέλος του ισπανικού εμφυλίου. Η συμβολοποίηση του ληστή (εδώ ξαναβρίσκουμε την παλιά ιστορία του μάλλον ανύπαρκτου Ρομπέν των Δασών) αλλά και τους υπαρκτούς Τζουλιάνο και Μπουκουβάλα. Το κεφάλαιο για τις λησταρχίνες, και άρα για τη σχέση ληστών και γυναικών, είναι από τα πιο ενδιαφέροντα αφού έμμεσα αποκαλύπτει την αντιφατικότητα όλου του φαινομένου (αν είναι ενιαίο) όπως στο μότο της συμμορίας του Βραζιλιάνου Λαμπιάο «να μη βιάζουν γυναίκες παρά μόνο για καλούς λόγους».

Συμπέρασμα; Αν και δεν είναι εύκολο να οδηγηθεί κανείς σε ένα συμπέρασμα όταν μπαίνουν προς εξέταση τόσες διαφορετικές εποχές και περιοχές, θα μπορούσαμε να ριψοκινδυνεύσουμε πως οι «ληστές» αποτελούν τη διαρκή κατάργηση του μύθου της κανονικότητας που κάθε κοινωνία προσπαθεί να διατηρεί για τον εαυτό της.

* O Ν. Ε. Καραπιδάκης είναι καθηγητής της Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Σαμίρ Αμίν: Αντι-ιμπεριαλιστική, δημοκρατική η επανάσταση στην Αίγυπτο

  • Τσερεζόλε Ε. 
  • Η ΑΥΓΗ: 06/03/2011
Ο Σαμίρ Αμίν, οικονομολόγος και διευθυντής του Φόρουμ του Τρίτου Κόσμου, κάνει τη δική του προσέγγιση στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής, επισημαίνοντας ότι η Αίγυπτος "διακρίνεται για τις μακροχρόνιες επαναστάσεις της", και ότι ό,τι συμβαίνει τώρα "δεν είναι παρά η αρχή". Οι ΗΠΑ συνεχίζει ο ίδιος "χάνουν τον έλεγχο ενός σημαντικού τμήματος της Μέσης Ανατολής αν και συνεχίζουν να διαθέτουν κάποια μέσα, κυρίως χάρη στη Σαουδική Αραβία και το πολιτικό Ισλάμ".
Δεν είμαι διόλου αισιόδοξος. Θα υπάρξει μάλλον ένα καθεστώς επιφανειακά δημοκρατικό αλλά πλήρως φιλοδυτικό, λόγω του πετρελαίου που υπάρχει στη χώρα και αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε.

* Με τι είδους επανάσταση μπορούμε να συγκρίνουμε ό,τι γίνεται σήμερα στον αραβικό κόσμο; Ή μήπως πρόκειται για κάτι που έχει αποκλειστικά τα χαρακτηριστικά των αραβικών χωρών;
Όχι δεν πρόκειται για μοναδική επανάσταση, έχει κοινά σημεία με άλλες επαναστάσεις. Αλλά δεν είναι σωστό να μιλάμε γενικά για αραβικό κόσμο, καθώς κάθε ένα από τα κινήματα αυτά έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και διαφέρει το ένα από το άλλο, ανάλογα με τη χώρα. Η Τυνησία, η Αίγυπτος διαφέρουν μεταξύ τους, η Λιβύη είναι επίσης πολύ διαφορετική και όλες οι υπόλοιπες χώρες ξεχωρίζουν. Είναι λοιπόν δύσκολο να κάνουμε γενικεύσεις, αλλά θα έλεγα ότι τουλάχιστον για τα ισχυρότερα κινήματα, με την έννοια των μελλοντικά πιο ελπιδοφόρων, και έχω ειδικά στον νου μου την Αίγυπτο και διόλου τη Λιβύη, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για αντι-ιμπεριαλιστικές, δημοκρατικές επαναστάσεις. Δηλαδή δεν είναι μόνο δημοκρατικές οι επαναστάσεις αυτές, δεν είναι μόνο το ανάλογο εκείνων στην ανατολική Ευρώπη το 1989 κατά του κομμουνισμού, είναι αντι-ιμπεριαλιστικές επαναστάσεις. Ουσιαστικά η διάσταση των επαναστάσεων είναι τριπλή. Μια πρώτη διάσταση είναι η δημοκρατική, ο αγώνας κατά του αστυνομικού και στρατιωτικού καθεστώτος. Δεύτερον, το περιεχόμενο κοινωνικών διεκδικήσεων, όχι απαραιτήτως αντικαπιταλιστικό, αλλά εν πάση περιπτώσει, υπερβαίνουν τον φιλελευθερισμό, απορρίπτουν το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, και επιδιώκουν εθνική πολιτική που λαμβάνει υπόψη της τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων. Αυτό είναι σαφές και σημαντικό. Η τρίτη διάσταση έχει να κάνει ότι είναι κατά της ευθυγράμμισης, κυρίως σε ό,τι αφορά στην Αίγυπτο, με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, και υπέρ μιας ανεξάρτητης και αντι-ιμπεριαλιστικής διεθνούς πολιτικής.

* Εκείνο που εξέπληξε, στην Αίγυπτο, είναι η απουσία των Αδελφών Μουσουλμάνων, τουλάχιστον τις πρώτες ημέρες και η έλλειψη αντι-αμερικανικών και αντι-ισραηλινών συνθημάτων... Πώς το εξηγείτε;
Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ήσαν πράγματι απόντες τις πρώτες μέρες, γιατί σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται στη Δύση, είναι τμήμα του συστήματος, εκείνου του Σαντάτ και αργότερα του Μουμπάρακ. Μετέχουν, με άλλα λόγια, σε μια αντικοινωνική ένωση, στην ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ, παρά ολίγη αντι-ισραηλινή ρητορεία. Και κατά τις πρώτες τέσσερις ημέρες απείχαν γιατί περίμεναν ότι οι διαδηλώσεις θα καταστέλλονταν από την αστυνομία και μόνο όταν είδαν ότι οι διαδηλώσεις αναπτύσσονται, αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε να μετέχουν. Πάντως σε ό,τι αφορά στα συνθήματα, υπήρχαν σαφώς συνθήματα κατά των ΗΠΑ από την πλευρά των νέων, της ριζοσπαστικής αριστεράς - γιατί το κίνημα αποτελείτο από τέσσερα συστατικά στοιχεία: τους νέους, που δραστηριοποιούνται στην αριστερά, την αντικαπιταλιστική, ριζοσπαστική αριστερά, τους αστούς δημοκράτες και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, που κάνουν διπλό παιχνίδι, ήσαν και υπέρ του καθεστώτος και το αμφισβήτησαν στο τέλος.

* Κανείς βέβαια δεν μπορούσε να προβλέψει την έκρηξη αλλά κατά τη γνώμη σας υπήρχαν προειδοποιητικές ενδείξεις;
Ξέρετε, αν και ποτέ δεν μπορούμε το πώς και το πότε ενός κινήματος, στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν απολύτως προβλέψιμο - στην Αίγυπτο αναφερόμασταν, οι νέοι και η ριζοσπαστική αριστερά, σε αυτό το ενδεχόμενο εδώ και πολύ καιρό. Είναι βέβαιο ότι το ξέσπασμα στην Τυνησία έδωσε το έναυσμα, αλλά δεν ήταν κάτι που μας εξέπληξε. Ενδείξεις προειδοποιητικές υπήρχαν πολλές. Η αίτηση διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος που διακινήθηκε στο διαδίκτυο και υπογράφηκε από ένα εκατομμύριο Αιγύπτιους - ήταν μια αίτηση δημοκρατική και αντι-ιμπεριαλιστική που έδινε έμφαση στην κοινωνική και εξωτερική πολιτική της χώρας, λειτούργησε ως ο προάγγελος ενός μεγάλου κοινωνικού κινήματος. Όταν οι νέοι, ύστερα από το αίτημα αυτού του ενός εκατομμυρίου υπογραψάντων, κατέβηκαν στους δρόμους, ήσαν περίπου ένα εκατομμύριο στην αρχή. Τις αμέσως επόμενες ώρες, σε όλη τη χώρα, σε όλες τις πόλεις είχαν κατέβει στους δρόμους 15 εκατομμύρια άνθρωποι. Δηλαδή το αίτημα των νέων είχε άμεσο και γιγάντιο αντίκτυπο, όλος ο αιγυπτιακός λαός τους ακολούθησε...

* Τονίσατε ότι κάθε αραβική χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της - τί σκέφτεστε για την κατάσταση στη Λιβύη;
Προσωπικά δεν είμαι διόλου αισιόδοξος. Θα υπάρξει μάλλον ένα καθεστώς επιφανειακά δημοκρατικό αλλά πλήρως φιλοδυτικό, λόγω του πετρελαίου που υπάρχει στη χώρα και αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε. Ο Καντάφι, κατά τη γνώμη μου και δεν είμαι ο μόνος, ήταν από την αρχή μια μαριονέτα, δηλαδή κάποιος που δεν έχει σταθερές απόψεις, που περνά από μια ακραία ρητορική στην άλλη, χωρίς καμία στρατηγική. Το δε βιβλίο του, το μικρό πράσινο βιβλίο είναι απολύτως τίποτε... Το καθεστώς του, που δεν είναι τόσο αυταρχικό όσο προσωποπαγές, μαρτυρά άνθρωπο που είναι πολύ καλά στα μυαλά του. Δείτε επίσης πόσο του άρεσε να τραβά την προσοχή με τα φανταχτερά του κοστούμια... Όλα αυτά καθιστούν την κατάσταση στη Λιβύη πολύ ιδιαίτερη.

* Μετά όμως από αυτόν, τι θα συμβεί στη χώρα; Εμφύλιος;
Όχι, όχι. Θα υπάρξει ένα καθεστώς κατ' όνομα δημοκρατικό, αλλά φιλικό προς τους δυτικούς.

* Σε ό,τι αφορά τη Σαουδική Αραβία, έχετε την αίσθηση ότι περιβάλλεται από χώρες όπου γίνονται διαδηλώσεις, το Ομάν, την Υεμένη, και ότι έτσι απειλείται η βασιλική οικογένεια των Σαούντ;
Δεν πρέπει να τα συγχέουμε όλα. Το Ομάν και η Υεμένη δεν είναι Σαουδική Αραβία. Στην Υεμένη υπάρχει ένα ισχυρό κίνημα, κυρίως στον νότο, γιατί ο νότος είναι προχωρημένος και οι δημοκρατικές, αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι εκεί πολύ ισχυρές. Και είναι πολύ πιθανόν ότι το κίνημα θα αναπτυχθεί κι άλλο και θα οδηγήσει σε νέα διάσπαση της χώρας, δηλαδή σε μια νότια Υεμένη, δημοκρατική και αντι-ιμπεριαλιστική. Αυτό είναι πολύ πιθανό. Στο Ομάν η κατάσταση είναι πιο συγκεχυμένη γιατί δεν υπάρχουν συνεκτικές αντι-ιμπεριαλιστικές, δημοκρατικές δυνάμεις. Από τη Σαουδική Αραβία, και μπορεί να έχω ακραία άποψη, δεν περιμένω τίποτε. Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί με τη χώρα αυτή, είναι να ξεχάσουμε την ύπαρξή της και την επιρροή της στις άλλες αραβικές χώρες. Ξέρετε, η χώρα αυτή δεν είναι κράτος αλλά παράρτημα της CIA. Με δεδομένο τον πετρελαϊκό της πλούτο και τον αρχαϊκό χαρακτήρα της κοινωνίας της δεν πιστεύω ότι μπορούμε να περιμένουμε πολλά πράγματα. Αλλά ίσως το πιο σημαντικό δεν είναι τι θα γίνει στο εσωτερικό της, αλλά να χάσει την επιρροή της, εκείνη του ουαχαμπιτισμού, της πιο αρχαϊκής, αντιδραστικής εκδοχής του Ισλάμ, την οποία ασκεί μέσω του πολιτικού Ισλάμ που εξαρτάται οικονομικά από αυτή, δηλαδή από τις ΗΠΑ. Και αυτό ισχύει κυρίως για τους Αδελφούς Μουσουλμάνους.

* Μετά από το κύμα αυτό των επαναστάσεων, εξεγέρσεων στον αραβικό κόσμο, ποιο το νέο πολιτικό πρόσωπο της περιοχής; Οι λαοί έρχονται πλέον στο προσκήνιο;
Ναι, απολύτως. Ακούστε, αυτό που συμβαίνει δεν είναι παρά η αρχή. Θα υπάρξουν πισωγυρίσματα. Σε ό,τι αφορά στην Αίγυπτο, η στρατηγική των ΗΠΑ που είναι να διατηρήσουν ό,τι μπορούν δηλαδή ένα στρατιωτικό καθεστώς σε συνεργασία με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη, αλλά μπορεί να έχει κάποιες επιτυχίες στο άμεσο ή εγγύς μέλλον. Το βέβαιο είναι ότι οι ΗΠΑ, και η Ευρώπη που τις ακολουθεί χωρίς καμία αυτονομία, χάνουν τον έλεγχο ενός σημαντικού τμήματος της Μέσης Ανατολής αν και συνεχίζουν να διαθέτουν κάποια μέσα, κυρίως χάρη στη Σαουδική Αραβία και το πολιτικό Ισλάμ.

Η ιδεώδης κοινωνία κατά Καστοριάδη



Συλλογή συνεντεύξεων του φιλοσόφου 1974-1997

  • Tου Γιωργου Σιακανταρη, Η Καθημερινή, 6/3/2011
  • ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ
    Ακυβέρνητη Κοινωνία
    εκδ. Ευρασία, σελ. 372
Η ειδοποιός διαφορά της υψηλής και πολύπλοκης σκέψης από την κοινότοπη είναι η δυσκολία κατάταξής της σε συγκεκριμένα ρεύματα. Από αυτή την πλευρά ο Καστοριάδης είναι ένας πολύ αδικημένος στοχαστής. Γιατί ενώ για πολλούς με ευκολία κατατάσσεται στους υποστηρικτές της άμεσης δημοκρατίας, αυτό συγκαλύπτει όλες τις άλλες πτυχές μιας πολύπλοκης και πρωτότυπης σκέψης. Ετσι, ο άμεσο-δημοκράτης Καστοριάδης συνδιαλέγεται με ιδιαίτερα κριτικό και επικριτικό τρόπο και σε πολύ υψηλό βαθμό με την φιλελεύθερη σκέψη.

Στο παρουσιαζόμενο έργο, το οποίο αποτελεί μια συλλογή συνεντεύξεων και συζητήσεων που εδόθησαν κατά το διάστημα 1974-1997, συμπυκνώνεται η σκέψη του συγγραφέα της «Φαντασιακής θέσμισης» και του «Θρυμματισμένου κόσμου», ενώ πέρα από την κριτική του αναδεικνύονται και οι κοινές πλευρές του με την κλασική φιλελεύθερη σκέψη. Πλευρές όπως είναι η πίστη στην αυτονομία και την προτεραιότητα του ατόμου έναντι της κοινότητας και της ομάδας, ο παθιασμένος αντιεθνικισμός, η απόρριψη της ιδέας πως μπορεί να υπάρξει μια αιτία που θα εξηγεί την πορεία της ιστορίας, η απόρριψη του σχετικισμού και της νομιμοποιητικής κάθε βαναυσότητας ιδεολογίας του σεβασμού της διαφορετικότητας και, τέλος, η απόρριψη κάθε μεταφυσικής αυθεντίας.

Στα κείμενα του παρόντος έργου με εκλαϊκευτικό, αλλά καθόλου απλοϊκό τρόπο ο Καστοριάδης ασκεί κριτική στο νόμο της αξίας του Μαρξ. Το μείζον εδώ δεν είναι η κριτική του νόμου, λόγω του ότι ο Μαρξ –πάντα κατά Καστοριάδη– δεν ενσωματώνει στην αντίληψή του τις διαστάσεις της ταξικής πάλης και της τεχνικής εξέλιξης, αλλά κυρίως η θέση του συγγραφέα πως στο κοινωνικό πεδίο δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για νόμους. Πώς θα γίνονταν άλλωστε, ο κατεξοχήν θεωρητικός της ανθρώπινης αυτονομίας να πιστεύει στην ύπαρξη κάποιων νομοτελειών, οι οποίες καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά;

Μια άλλη μείζονα παρέμβαση του συγγραφέα αφορά την ανάλυσή του για τις φαντασιακές σημασίες κάθε κοινωνίας. Στον βαθμό που κάθε κοινωνία είναι θέσμιση, γύρω απ’ αυτήν συγκεντρώνονται μια σειρά κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, οι οποίες τη διευθύνουν και την προσανατολίζουν. Στο καπιταλιστικό φαντασιακό είναι καθοριστικός ο ρόλος της οικονομίας, η απεριόριστη και δήθεν ορθολογική επέκταση της παραγωγής, της κατανάλωσης και της χειραγωγούμενης αναψυχής, Η ψευδο-ορθολογικότητα είναι το καπιταλιστικό φαντασιακό. Ο Μαρξ – κατά Καστοριάδη– κοινωνεί αυτού του καπιταλιστικού φαντασιακού.

Αλλα μεγάλα ζητήματα που θίγονται είναι ο ρόλος των πρωτοποριών, ο ολιγαρχικός χαρακτήρας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η σημασία της επανάστασης κ. ά. Ο μεγάλος φιλόσοφος σ’ αυτό το βιβλίο παρεμβαίνει και σε άμεσα πολιτικά ζητήματα όπως είναι η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο πόλεμος στον Κόλπο και οι ανεπάρκειες της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.
  • H ουτοπική νήσος
Το παράδοξο όμως του Καστοριάδη έγκειται στο γεγονός πώς παρόλη την εκ μέρους του απόρριψη κάθε ουτοπίας, η σκέψη του προσαράζει στους υφάλους της δικής του ουτοπικής αυτοοργανωμένης κοινωνίας. Η σημερινή πολύπλοκη κοινωνία αμφισβητεί τη δυνατότητα επανεμφάνισης μιας άμεσης δημοκρατίας, όπως υπήρξε η Αθηναϊκή Δημοκρατία – αν και βεβαίως πολλοί αμφισβητούν και το κατά πόσον υπήρξε τόσο άμεση αυτή η δημοκρατία. Η δική του ουτοπική νήσος, είναι μια ιδεώδης κοινωνία στην οποία κυριαρχεί η «συλλογική διαχείριση των κοινωνικών δραστηριοτήτων από αυτόνομα και ομόσπονδα όργανα των συμμετεχόντων – παραγωγών, σπουδαστών κτλ.» (σελ. 181). Στο ίδιο σφάλμα έπεσαν και ορισμένες πλευρές της σκέψης του Διαφωτισμού και του φιλελευθερισμού, όπου και όταν απέρριπταν την ιδεώδη κοινωνία από τη μια πλευρά, την αναζητούσαν στην άλλη. Θα αναρωτηθεί κανείς και γιατί σε τελευταία ανάλυση είναι τόσο κακό να αναζητεί κανείς την ιδεώδη κοινωνία; Απλούστατα γιατί αυτό είναι το πρώτο βήμα να οδηγηθεί στην ολοκληρωτική κοινωνία.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η τραγική πλευρά της κοφτερής καστοριαδικής σκέψης, η οποία αν και έδωσε ένα σημαντικό αγώνα κατά όλων των ολοκληρωτικών αντιλήψεων –συμπεριλαμβανόμενης της μαρξιστικής– η εκ μέρους της ταυτόχρονη υποτίμηση της σημασίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τη μετέτρεψε σε ιδεολογία διάφορων ακραίων δήθεν ριζοσπαστικών, αλλά στην ουσία ολοκληρωτικών αντιλήψεων. Αυτήν την αντιφατική πλευρά της καστοριαδικής σκέψης επισημαίνει στον σύντομο, αλλά πυκνό πρόλογό του ο Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος. Τον αναγνώστη διευκολύνει το επισυναπτόμενο χρονολόγιο, η βιο-βιβλιογραφία και το ευρετήριο ονομάτων.

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Από πού πάνε προς τ' αριστερά;

  • ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΟΙ ΚΑΡΛΟ ΓΚΑΛΙ, ΑΝΤΟΝΙ ΓΚΙΝΤΕΝΣ, ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ, ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΣΑΒΑΤΕΡ
Γνωστοί Ευρωπαίοι διανοούμενοι κλήθηκαν από την ιταλική εφημερίδα La Repubblica να διατυπώσουν τις σκέψεις τους για την Αριστερά και τις προοπτικές της.
Παρουσιάζουμε στη συνέχεια τις απόψεις του Ιταλού ιστορικού Κάρλο Γκάλι, του Βρετανού κοινωνιολόγου Αντονι Γκίντενς, του Γερμανού φιλοσόφου Γιούργκεν Χάμπερμας και του Ισπανού φιλοσόφου Φερνάντο Σαβατέρ.
  • ΚΑΡΛΟ ΓΚΑΛΙ

Η ήττα της κομμουνιστικής Αριστεράς και οι οικονομικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί που ακολούθησαν -η παγκοσμιοποίηση- έκαναν το κεφάλαιο πιο επιθετικό (επειδή είναι περισσότερο εκτεθειμένο στον ανταγωνισμό) και προκάλεσαν την κρίση του σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού, δηλαδή των κατακτήσεων της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς.

Σήμερα τα κοινωνικά δικαιώματα αντιμετωπίζονται σαν ένα κόστος και όχι ως μία αξία. Σήμερα το κέντρο της κοινωνίας είναι η αγορά, η επιχείρηση και οι ανάγκες της για ανάπτυξη, ο επιθετικός ατομικισμός. Συντελείται ήδη ο κατακερματισμός του μεσαίου στρώματος, το οποίο είχε δημιουργηθεί από τις πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας του παρελθόντος, και η κοινωνία πολώνεται μεταξύ λίγων πλούσιων και πολλών φτωχών.
Ακόμα και οι νομικές μορφές της ισότητας -η νομιμότητα, τα πολιτικά δικαιώματα- απειλούνται από την ανασφάλεια και το φόβο, τα νέα βιοπολιτικά μηνύματα που εκπέμπει το κράτος. Η δημοκρατία έχει αντικατασταθεί από το λαϊκισμό. Η Αριστερά οφείλει επομένως να βρει την ικανότητα να ασκεί κριτική στο παρόν και οφείλει να κατονομάζει ανοιχτά τις αντιφάσεις του.
Οφείλει να είναι πεπεισμένη ότι για ένα πρόβλημα δεν υπάρχει μόνον η λύση που προτείνεται από όποιον κατέχει την εξουσία, αλλά υπάρχει τουλάχιστον και μια άλλη, εναλλακτική, η οποία έχει σκοπό τη χειραφέτηση όσων δεν κατέχουν εξουσία και την απελευθέρωση των ικανοτήτων τους για αυτόνομη ανάπτυξη (γι' αυτό η Αριστερά οφείλει να είναι αντιααυταρχική και κοσμική).
Οφείλει να είναι διακριτή και αναγνωρίσιμη, δηλαδή οφείλει να είναι με συνέπεια «μέρος» -τη στιγμή που η κοινωνία κατακερματίζεται σε μέρη, αν και αυτά δεν συμπίπτουν με τις παραδοσιακές «κοινωνικές τάξεις»- και επομένως οφείλει να μετέχει αποφασιστικά στις πραγματικές συγκρούσεις.
Οφείλει όμως και να αναλαμβάνει την ευθύνη για τα γενικά ζητήματα τυπικής και ουσιαστικής ισότητας, συνυπολογίζοντας το ότι οι συγκρούσεις δεν θα μπορέσουν ποτέ να πάψουν. Οφείλει να παράγει μια νέα ιδέα κοινωνίας, μια νέα «ηγεμονία», την οποία πρέπει να αντιπαραθέτει στην ηγεμονία της Δεξιάς.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καταπολεμά το φόβο και την ανισότητα με τη νομιμότητα, τη δικαιοσύνη και την ελπίδα. Και να παλεύει για ένα νέο συμβιβασμό -πολύ πιο ισορροπημένο από τον τωρινό και λιγότερο γραφειοκρατικό από εκείνον του παρελθόντος- ανάμεσα σε οικονομία και δικαιώματα ελευθερίας, ανάμεσα σε κράτος και αγορά, ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό.
  • ΑΝΤΟΝΙ ΓΚΙΝΤΕΝΣ

Στη σημερινή πολιτική η διαίρεση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς είναι λιγότερο σαφής από όσο ήταν στο παρελθόν, επειδή στον καπιταλισμό δεν αντιπαρατίθεται πλέον μια σαφώς προσδιορισμένη σοσιαλιστική εναλλακτική λύση. Επιπλέον, ορισμένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε -για παράδειγμα, η κλιματική αλλαγή που βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών σύγχρονων συζητήσεων- υπερβαίνουν την κλασική διάκριση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς.
Ωστόσο, η διάκριση έχει ακόμα νόημα. Να είναι κανείς αριστερός σημαίνει να έχει στην καρδιά του ορισμένες θεμελιώδεις αξίες. Σημαίνει να πιστεύει στη σημασία της κοινωνικής αλληλεγγύης, της ισότητας, της προστασίας των πιο ευάλωτων και στην «ουσιαστική ελευθερία»: όχι μόνο στην οικονομική ή την ελευθερία απέναντι στο νόμο, αλλά σε μια πραγματική ελευθερία για όλους τους πολίτες.
Σημαίνει, επίσης, να συνδέεται με ένα ορισμένο πολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο αποδίδεται μεγάλη σημασία στον ακτιβισμό και στην ικανότητα παρέμβασης των κυβερνήσεων, που είναι αναγκαία για να αντισταθμίζει την τάση των ανεξέλεγκτων αγορών να παράγουν οικονομική αστάθεια και μακροσκοπικές κοινωνικές ανισότητες, υποκαθιστώντας τις κοινωνικές αξίες με καθαρά οικονομικές παραμέτρους.
  • ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ

Η «Αριστερά» οφείλει το όνομά της στη διάταξη των κοινοβουλευτικών εδρών στη γαλλική Εθνοσυνέλευση του 1789. Οσο για τον όρο «σοσιαλισμός», το νόημά του ήταν και παραμένει ακριβώς η υλοποίηση των συνθημάτων της Γαλλικής Επανάστασης.
Η «ελευθερία» δεν μπορεί να περιορίζεται στην απλή δυνατότητα να εκφράζουν ατομικά την ψήφο τους τα υποκείμενα που μετέχουν σε ένα σύστημα αγοράς. Μόνον η εξισωτική ένταξη όλων των πολιτών ως συν-νομοθετών σε ένα πλαίσιο διαμόρφωσης πληροφορημένων γνωμών και πολιτικών βουλήσεων μπορεί να εξασφαλίζει στον καθένα τους χώρους και τα μέσα για να καθορίζει και να διαμορφώνει αυτόνομα τη δική του προσωπική ύπαρξη.
Η «ισότητα» δεν μπορεί να είναι εκείνη η τυπική απέναντι στο νόμο, αλλά πρέπει να συνεπάγεται την ίση κατανομή των δικαιωμάτων, τα οποία πρέπει να έχουν ίση αξία για τον καθένα, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση. Η αλληλεγγύη δεν πρέπει να εκφυλίζεται σε πατερναλιστική βοήθεια προς τους περιθωριοποιημένους.
Η συμμετοχή στην πολιτική κοινότητα με ίσα δικαιώματα δεν συμβιβάζεται με την ιδιωτικοποίηση, η οποία φορτώνει τους κινδύνους και τα κόστη που προέρχονται από το συνολικό κοινωνικό επίπεδο πάνω στους ώμους επιμέρους ομάδων ή προσώπων χωρίς κάποιαν αποζημίωση ή επανόρθωση. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Αριστερά αντιλαμβάνεται τις συνταγματικές αρχές, οι οποίες στις δημοκρατικές κοινωνίες μας διαμορφώνουν το ισχύον δίκαιο.
Η Αριστερά στρατολογεί τα μέλη της μεταξύ των πολιτών που ευαισθητοποιούνται μπροστά στις έντονες αντιθέσεις ανάμεσα σε αυτές τις βαθύτερες αρχές και την πραγματικότητα μιας κοινωνίας όλο και λιγότερο αλληλέγγυας. Μια κοινωνία στην οποία οι ελίτ οχυρώνονται, ακόμη και ηθικά, στις δικές τους περιφραγμένες κοινότητες είναι αποκρουστική.
Τα δεινά της Αριστεράς αντανακλούν τη γενική άμβλυνση αυτού του κανονιστικού πνεύματος και την αυξανόμενη τάση να αποδεχόμαστε ως φυσιολογικό και προφανή έναν ορθολογιστικό εγωισμό, ο οποίος με τις επιταγές της αγοράς έχει ήδη διεισδύσει βαθιά μέσα στους πόρους ενός αποικιοποιημένου περιβάλλοντος ζωής. Φυσικά το έλλειμμα της Αριστεράς δεν είναι μόνον έλλειμμα κινήτρων, αλλά αφορά και το γνωστικό πεδίο, όπου δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει όλη την πολυπλοκότητα των υπαρκτών προκλήσεων -για παράδειγμα, τους κινδύνους που διατρέχει σήμερα το κοινό νόμισμα.
Διαφορετικά η Αριστερά δεν θα περιοριζόταν στο να παραπονιέται για την καταστροφικότητα των ανεξέλεγκτων χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά θα είχε διαβλέψει στην κερδοσκοπία ενάντια στο ευρωπαϊκό νόμισμα μια πολιτική πανουργία του οικονομικού λόγου. Θα ενεργοποιούνταν εναντίον της ασυμμετρίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπου μια πλήρης οικονομική ενοποίηση συνοδεύεται από μιαν ατελή πολιτική ενοποίηση. Και θα κατανοούσε τέλος ότι μια δημοκρατική και αλληλέγγυα Ευρώπη είναι ένα σχέδιο της Αριστεράς.
  • ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΣΑΒΑΤΕΡ

Σήμερα η Αριστερά δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά εκείνη η δύναμη που υπερασπίζεται την έννοια της κοινωνίας. Δηλαδή κάτι διαφορετικό από την απλή παράθεση εξατομικευμένων υποκειμένων και αντιτιθέμενων συμφερόντων που βρίσκονται σε σύγκρουση. Τα μέλη μιας κοινωνίας βλέπουν τους εαυτούς τους ως συνεταίρους των άλλων, δηλαδή ως συνεργάτες και συνεργούς στη δημιουργία ενός οφέλους, το οποίο σε κάποιο βαθμό πρέπει να διαχέεται σε όλους.
Η Αριστερά οφείλει να υπενθυμίζει ότι, σε οποιονδήποτε τόπο του κόσμου, η δημοκρατία έχχει δύο βασικούς εχθρούς: τη φτώχεια και την άγνοια. Εκεί όπου η φτώχεια γίνεται ανεκτή, εκεί όπου η άγνοια δεν καταπολεμιέται, η δημοκρατία μετατρέπεται σε μια καρικατούρα του εαυτού της.
Γι' αυτό η Αριστερά -η οποία έχει ήδη διδαχθεί ότι δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατική με τρόπο ενσυνείδητο και αποφασιστικό- οφείλει να προσπαθεί να θέτει εκτός νόμου την κατάσταση της ακραίας φτώχειας (όπως στον καιρό της τέθηκε εκτός νόμου η δουλεία) και οφείλει να ενεργεί έτσι ώστε η δημόσια λαϊκή και χωρίς δόλιους αποκλεισμούς εκπαίδευση για όλους να γίνει το πρωταρχικό της καθήκον.
Ενα άλλο πολύ επίκαιρο ζήτημα, που η Αριστερά οφείλει να αντιμετωπίσει, είναι η αύξηση της διαφθοράς, τόσο της πολιτικής όσο και της οικονομικής (που συνήθως δρουν από κοινού), η οποία απειλεί να μετατρέψει τη δημοκρατία σε «κλεπτοκρατία», θέτοντας τους θεσμούς ή τη δημόσια σφαίρα στην υπηρεσία των αρπακτικών. *