Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Credo quia absurdum est



Έπρεπε να έρθει η Τρόικα για να μάθουμε
ότι έχουμε τόσους τυφλούς;
Ρήση ανώνυμου ταξιτζή
Γράφει ο Λουκάς Θανασέκος 
Δεν είναι μόνον το απορίας άξιον σε σχέση με την «ανακάλυψη» της ύπαρξης τόσων τυφλών σε κάποια νησιά του Ιονίου, μετά την άφιξη και  ανάληψη «έργου» από την Τρόικα. Αυτό θα έπρεπε μόνοι μας να το έχουμε εντοπίσει εδώ και πολλά χρόνια. Η ρήση του ανώνυμου ταξιτζή μπορεί να έχει και τη μεταφορική της σημασία εάν τη συνδέσουμε και με το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου. Τότε και οι τυφλοί και το αποτέλεσμα έρχονται πλάι-πλάι να  δικαιώσουν τον τίτλο του κειμένου. Αλλά για να δούμε τον τίτλο:
1.- Συνηθίζεται στην ελληνική δημοσιογραφία, είτε ως  «συνεισφορά» μας  στη νεωτερικότητα είτε ως «απόδειξη» απαγκίστρωσης από την πεπατημένη, η πρόταξη τίτλων από ατάκες βρετανικής ή αμερικανικής κοπής. Θα το κάναμε κι εμείς αν δεν σκοντάφταμε  σ’ αυτές τις τέσσερις λατινικές λέξεις οι οποίες υπέρκεινται του κειμένου, καθώς αυτές μας έπεσαν στα μάτια ξεφυλλίζοντας κάποιο βιβλίο. Βέβαια πρέπει να συντρέχει  ουσιώδης λόγος για ν’ αρνηθείς τη γλώσσα σου και να καταφύγεις σε μιαν άλλη, αν αυτή πιο επιγραμματικά ή με μεγαλύτερη ακριβολόγο συντομία «λέει» αυτό που θέλεις να περιγράψεις και ενώπιον του οποίου έχεις βρεθεί εμβρόντητος.
            Όντως, τα αποτελέσματα των εκλογών της 6ης Μαΐου, ο πλάνης βίος των διερευνητικών εντολών και ο, εντέλει, σχηματισμός, μετά από δέκα μέρες υπηρεσιακής κυβέρνησης για να οδηγήσει τη χώρα σε νέες εκλογές, στις 17 Ιουνίου και οι οποίες δεν αποκλείεται να μας βάλουν σε νέες περιπέτειες,  μας κάνει να αναφωνήσουμε, μπαϊλντισμένοι από την κομπορρήμονα υγεία μερίδας των εμπλεκομένων πολιτικών credo quiaabsurdum, που σημαίνει το « πιστεύω, γιατί είναι παράλογο» όλο αυτό που έγινε και ποιος μας λέει ότι δεν θα ξαναγίνει.

            Οφείλουμε στον αναγνώστη την εξήγηση ότι ο τίτλος του κειμένου μας έχει την ιστορική του καταγωγή. Αποτελεί παράφραση της σοφιστικής ρήσης του Λατίνου θεολόγου και νομικού Τερτυλλιανού  (150/60-225/40)Credibile estquia ineptum est ο εστί μεθερμηνευόμενο «γίνεται πιστευτό καθότι είναι γελοίο» (‘ή είναι αξιόπιστο γιατί είναι γελοίο) και περιλαμβάνεται  στο έργο του De carne Christi (Περί της σαρκός του Χριστού) το οποίο γράφτηκε το 206 με σκοπό την αναίρεση της αντιλήψεως ότι ο Ιησούς είχε σώμα φαινομενικό. Δεν διεκδικούμε θεολογικές δάφνες, το απόφθεγμα του μεγάλου συγγραφέα πιάνει στην περίπτωση των ελληνικών εκλογών πιο καλά κι από εμβόλιο. Δεν είναι δυνατόν να μην  πιστέψουμε ότι αυτό που έγινε στην Ελλάδα κατά την προεκλογική περίοδο, αυτό που προέκυψε ως αποτέλεσμα με τις εκλογές της 6ης Μαΐου, αυτό που επακολούθησε μετά τις εκλογές, και αυτό που γίνεται καθημερινά εν όψει των νέων εκλογών της 17ης Ιουνίου δεν συνιστά τίποτε άλλο από παραλογισμό  και γελοιότητα.
2.- Ειπώθηκε και γράφτηκε ότι τα αποτελέσματα των εκλογών της 6ηςΜαΐου σηματοδότησαν την ήττα του δικομματισμού και πέραν αυτού ότι η λαϊκή ετυμηγορία έφερε στη βουλή μιαν επταμελή χορωδία. Ως προς το επταμελές, εντάξει, αλλά κατά πόσον είναι και χορωδία, αυτό εναπόκειται να κριθεί από έμπειρο μουσικό αυτί.  Ωστόσο, ένα πράγμα έγινε αντιληπτό πέραν πάσης αμφιβολίας:  η λαϊκή ετυμηγορία διαβαθμίστηκε έτσι  ώστε να βρεθούν πλάι -πλάι στην αστική μας δημοκρατία  η Δεξιά και η Αριστερά με τις ίδιες αξιώσεις,  τουτέστιν ένας εντελώς καινούργιος δικομματισμός που εξέπνευσε πάραυτα με τον σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης, την ορκωμοσία της νέας βουλής στις 18 Μαΐου και την, αυθημερόν, διάλυσή της.
.   Ο χρόνος που διέρρευσε από τις  7 του Μάη έως τη διάλυση της βουλής και αυτός που διανύουμε τώρα, ως νέο προεκλογικό γύρο, αποτελεί το πλουσιότερο αρχαιολογικό πεδίο, το οποίο γέννησε ποτέ η πολιτική μας ζωή, πεδίο ικανό να κεντρίσει την περιέργεια του σκαπανέα –να ανασκάψει τα κρίματα της Δεξιάς παράλληλα προς τις μεταμέλειές της και ταυτόχρονα να ανασύρει το φιλόδοξο και μεγαλόπνοο παρελθόν της Αριστεράς στη νέα του συσκευασία στο παρόν  –τουτέστιν του κόμματος που διεκδικεί την εξουσία.
Η Δεξιά, έχοντας υποστεί πανωλεθρία (στοιχημάτιζε στην αυτοδυναμία), δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, προκειμένου να μην διεξαχθούν νέες εκλογές, να προσφέρει την ανοχή της σε μια κυβέρνηση  της Αριστεράς (κυβέρνηση μειοψηφίας), υπό τον όρο ότι δεν θα διασαλευτεί η θέση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θα διαφυλαχτεί το κοινό νόμισμα, το ευρώ. Η αστική Αριστερά αρνήθηκε αυτό το παζάρεμα για μια σύντομη προθεσμία ζωής. Ήταν από μέρους της μια εσπευσμένη  αυτοκτονία του παλιού μύθου της για να πάρει τη θέση του  η αξίωση τής, εξ ίσου, παλιάς πολιτικής θεωρίας του αστικού αριστερισμού να έχει ιστορικά θεμέλια κι έτσι να ανεγερθεί, πάνω στα θεμέλια του σύγχρονου αστικού καθεστώτος μας ο αστικός καθεδρικός της  αριστερής ιδεολογίας με μια  δελεαστική συσκευασία ήπιου καπιταλισμού,  κανόνων της αγοράς και φροντίδας για τους φτωχούς!
 Η  αστική Αριστερά, ως γνήσια απόφοιτος της μεγάλης  σχολής του θυμού και της ονειροπόλησης, ενώ δεν «τσίμπησε» το δόλωμα της Δεξιάς (για κυβέρνηση μειοψηφίας), πιάστηκε πάραυτα στο δίχτυ που κατασκεύασε η ίδια με προκατακλυσμιαία υλικά  οικονομικής θεωρίας:
–για  άμεση επενδυτική αξιοποίηση των καταθέσεων του κοσμάκη,
–για αναγκαστικά δάνεια από την τσέπη όσων έχουν ετήσιο εισόδημα   20.000 ευρώ και άνω,
–για φορολόγηση με 1% του τζίρου των επιχειρήσεων,
–για πρόσληψη 100.000 νέων υπάλλήλων στο δημόσιο,
–για τον απάτριδα ρόλο του χρήματος, είτε αυτό λέγεται ευρώ είτε  δραχμή,
–για ταχεία εθνικοποίηση τραπεζών κ.τ.τ.. Ούτω πως ο βυθισμένος παλαιολιθικός οικισμός της ουτοπικής Ατλαντίδος ανασύρθηκε στις αρχές της  δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα από τη μηχανότρατα της Αριστεράς.
Γιατί να μην συμφωνήσουμε με τον Τερτυλλιανό ότι όλο αυτό, έτσι όπως εμφανίζεται ως υπόσχεση, «αξίζει να γίνει πιστευτό, γιατί είναι γελοίο». Το παρελθόν της  Αριστεράς, ως  γνήσια φιλοδοξία για ένα κόσμο δίκαιο και ηθικό, έχει τη δύναμή του, αλλά όταν αυτό ανασύρεται στο παρόν δεν έχει ούτε λογική και κατά συνέπεια ούτε σοφία ούτε δικαιοσύνη.
3.- Οι εκλογές που έγιναν κι αυτές που θα γίνουν είχαν και έχουν στον πυρήνα τους, όπως το ξέρουμε, το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση. Το μνημόνιο, λοιπόν, και η δανειακή σύμβαση ως η αιτία των εκλογών. Αυτό ποιος το είπε; Ποιος είναι αυτός που άφησε να πέσει ένα τέτοιο δίλημμα; Ποιος είναι αυτός που έσπρωξε την αστική Αριστερά να υψώσει αυτό το λάβαρο με μεγαλύτερες αξιώσεις και πιο φαινομενικά πιο «πειστικά» από το ΚΚΕ;
            Η απελθούσα κυβέρνηση  του Λουκά Παπαδήμου, διαχειρίστηκε τα της δανειακής συμβάσεως με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα της ανταλλαγής των ομολόγων έτσι ώστε σήμερα να ξέρουμε αν θα «μείνουμε» ή εάν δεν θα «μείνουμε» τελικώς στη μέση του δρόμου, υπό τον όρο ότι θα εφαρμόζουμε όσα η χώρα δεσμεύτηκε να τηρήσει (ή δεν θα εφαρμόζουμε).  Το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση ψήφισαν στη προηγούμενη βουλή τα δύο, πάλαι ποτέ, μεγάλα κόμματα:η Δεξιά και οι Σοσιαλιστές, αφού οι δανειστές έβαλαν το μαχαίρι στο κόκαλο. Και οι δυό ήξεραν ότι το «πακέτο» ήταν και είναι πολύ βαρύ για τους ώμους του ελληνικού λαού, ότι προεξοφλούσαν ένα στείρο και κατηφή χειμώνα όχι μικρής διάρκειας για τη χώρα. Φιλοδοξούσαν, ο καθένας από τη μεριά του, ότι εφόσον κερδίσει τις εκλογές, ή φέρει ένα αξιόλογο ποσοστό,   θα μπορούσε, καθ’ οδόν, διαπραγματευόμενος με τους δανειστές, να βελτιώσει τους όρους του μνημονίου, αφού η ανταλλαγή των ομολόγων ελάφρυνε κάπως το σύνολο χρέος που ήταν ασήκωτο.
Αν και οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις έδειχναν άλλα πράγματα, δηλαδή την περίεργη ίσως μάλιστα και σκανδαλώδη άνοδο της Αριστεράς, την  δίχως ερμηνεία καθίζηση του ΚΚΕ, αλλά και την από το πουθενά εισβολή «εξωγήινων» εθνικιστών και ακροδεξιών στην πολιτική μας σκηνή,  τα δύο μεγάλα κόμματα επέμεναν ότι  το χρώμα της πρωτιάς είναι το δικό τους χρώμα, ότι επιβιώνει, λόγω των άγριων οικονομικών συνθηκών,  μια   σφαίρα ιδιότυπης σοφίας  όπου ο ειδήμονας της κοινής λογικής μπορεί να απελαθεί! «Το πολύ-πολύ» έλεγαν  « να δούμε κι εμείς  πώς είναι το ροδαλό χρώμα της αριστερής ευδιαθεσίας»…
Πώς να μην συμφωνήσει κανείς με το απόφθεγμα του Τερτυλλιανού μπροστά στα καταιγιστικά αποτελέσματα και όχι μόνον λόγω του υψηλού ποσοστού της αστικής Αριστεράς;
4.- Το μνημόνιο θα μπορούσε να παραμείνει η ουσιώδης αφορμή  για τις εκλογές της 6ης Μαΐου. Σε ουσιώδη λόγο (αιτία) θα μπορούσε να αναδειχθεί η ανάγκη να φτιάξουμε ή να ξεκινήσουμε να φτιάχνουμε ένα κάπως σύγχρονο δυτικοευρωπαϊκό κράτος, να κυλήσουμε, τέλος πάντων, αυτή την πέτρα στη θύρα του πολιτισμού .
            Αλλά τ’ αποτελέσματα δικαίωσαν τις δημοσκοπήσεις  με τη θεαματική άνοδο της  αστικής Αριστεράς   που κατέλαβε τη δεύτερη θέση και η οποία παρευθύς  μετέτρεψε το μνημόνιο στην «πρώτη ύλη» με την οποία αν και έχει φτιαχτεί αυτός ο τόπος πριν από τη Δημιουργία,  πρέπει τώρα να ξαναφτιαχτεί χωρίς αυτό.
 Άραγε οι Έλληνες –ευπροσάρμοστη φυλή σε πολλά– έγιναν σε ικανό ποσοστό, ιδεολόγοι της Αριστεράς; Πότε το πρόλαβαν κι αυτό; Πότε διάβασαν τόσα βιβλία, πότε ενστερνίστηκαν ιδέες, γνωστές ως «προοδευτικές»;Η αστική Αριστερά βγήκε από την προηγηθείσα εκλογική μάχη  τόσο άσπιλη όσο αθώα ήταν όταν έμπαινε σ’ αυτήν με την καινούργια πεποίθηση πώς πρέπει να νικήσει όχι γιατί και οι μύθοι δικαιώνονται, μα γιατί οι συνθήκες πρέπει να ωριμάσουν προς την δική της κατεύθυνση.
            Μα πού βρίσκεται η ιδεολογία του κόμματος αυτού ανάμεσα στις τόσες «συνιστώσες» του όσες και οι υιοί Ισραήλ; Η εικόνα της αστικής Αριστεράς γίνεται  ακόμη πιο θολή, επειδή υπάρχει σύγχυση και διάσταση ανάμεσα σ’ αυτήν και την persona των «συνιστωσών» της. Το ξέρουμε άλλωστε πως και η πιο καθαρή φιγούρα έχει πάντα μια ουρά κομήτη που φαίνεται να δηλώνει το αβέβαιο. Στο ιδεολογικό οπλοστάσιο  της αστικής Αριστεράς, αυτής που βγήκε δεύτερο κόμμα πλάι στη Δεξιά από τις εκλογές της 6ης του Μάη,  έχει μεγάλο μερτικό η εκφυλισμένη μορφή του  Τροτσκισμού, ως μνημείο του εξαιρετικά οδυνηρού και βίαιου θανάτου του, πλάι στο κρύο πιάτο της σούπας που άφησε μισοφάγωτη ο Στάλιν κι ούτε που την άγγιξε κανένας άλλος έκτοτε.
Αλλά εδώ δεν έχουμε ιδεολογία αλλά απλώς πολιτική που γίνεται  ισχνό αντίγραφο του φαινομένου της ζωής και απείρως φτωχότερη από το ίδιο το φαινόμενο. Στις ανήσυχες μέρες μας έχουμε ανάγκη την  ιδεολογία ώστε το φαινόμενο της ζωής να  γίνει η εικόνα του κόσμου αλλά με την αστική Αριστερά τα πέπλα της ψευδαίσθησης έγιναν πολιτική και όχι ιδεολογία. Η ιδεολογία, πρέπει να ζητάει την αγνότητα και την καθαρότητα μέσα στην ίδια την περιοχή της, να είναι η αληθινή ιδέα του κόσμου και η πολιτική μια απομονωμένη σκιά της.  Αλλά αυτό, ειδικά της καθαρότητας, δεν το ξέρει η αστική Αριστερά, διότι  δεν έχει αποφασίσει αν θα καταγγείλει το μνημόνιο, αν θα το ακυρώσει, αν θα αναδιαπραγματευτεί  το χρέος, αν θα ζητήσει τη διαγραφή του, αν αν… ενώ παράλληλα απαιτεί από τους δανειστές να εξακολουθούν να μας δανείζουν… γιατί αυτοί θα χάσουν!
            Είναι όλο αυτό κάτι τελείως ανορθολογικό γεμάτο με αιτίες που φαίνονται να μην έχουν αποτελέσματα και με αποτελέσματα που φαίνονται να μην έχουν αιτίες. Ένα σύνολο τόσο μπερδεμένο και παρδαλό  που δεν μπορούσε παρά να είναι αποκρουστικό για ένα νηφάλιο πνεύμα.
            Αντί για το προαναφερθέν απόφθεγμα του Τερτυλλιανού θυμίζουμε και στις12 «συνιστώσες» αυτό που εξακολουθεί να φωνάζει ο  Προυντόν Vous n’ etes que des blagueurs  ο εστί μεθερμηνευόμενο «δεν είστε παρά φαφλατάδες…»
5.- Δεν έχει αποσαφηνιστεί αν, γνωρίζοντας το παρασύνθημα ή από αφέλεια,  η Δεξιά  κίνησε πόλεμο εναντίον της Αριστεράς, πιστεύοντας στ’ αλήθεια ότι  αν έρθει στην εξουσία θα καταγγείλει το μνημόνιο και ότι θα βγάλει τη χώρα από το ευρώ. Αν δηλαδή πιστεύει ότι η Αριστερά θα τα κάνει όλα αυτά για να  νεκραναστήσει τα «σφυροδρέπανα» κ.λ.π. Κανείς δεν κατάλαβε, ούτε κι αυτοί οι πρόσφατοι  ψηφοφόροι της Αριστεράς, ότι η ενάρετη κοινοτοπική γλώσσα της αστικής τάξης  βρήκε, επιτέλους, έναν ακόμη εκφραστή της –την αστική Αριστερά; Ήταν άραγε το ποσοστό της  Αριστεράς μιαν αισθηματική κοκεταρία που κίνησε τις παλιές προλήψεις της Δεξιάς, για να κινήσει τον πόλεμο εναντίον της,  ή μια σοβαρή υπόθεση που ανεβάστηκε στη δημόσια σκηνή αντί στο θέατρο σκιών;
            Η δύναμη στο αστικό καθεστώς είναι η μεσαία τάξη, αυτή που κρατάει όρθιο στα πόδια του το «σύστημα». Το μνημόνιο είναι αυτό που έπληξε τη μεσαία τάξη. Το ποσοστό της  Αριστεράς κατάγεται και  από τη μεσαία τάξη και είναι αυτή –η μεσαία τάξη–   που την εισήγαγε μέσα στο «σύστημα» για να μην πούμε  το αντίθετο, ότι δηλαδή  η αστική Αριστερά αναζητούσε τους εύπιστους ψηφοφόρους για να μπορέσει να μπει στο «σύστημα», να βάλει πόδι..«Ίσως μ’ αυτούς  καταφέρουμε κάτι» είπαν όσοι την ψήφισαν την 6η του Μάη. Έτσι κύλησε ο τέντζερης…
Τα της ακυρώσεως ή καταγγελίας του μνημονίου που επαγγέλλεται η αστική Αριστερά αποτελούν εκδήλωση της ιδιόμορφης  εκείνης αρρώστιας του κοινοβουλευτικού κρετινισμού  που όσους προσβάλλει τους δένει πισθάγκωνα  σ’ ένα φανταστικό κόσμο και τους αφαιρεί(εν γνώσει τους) κάθε αντίληψη, κάθε ανάμνηση και κάθε κατανόηση του σκληρού εξωτερικού κόσμου, όπως είναι το μνημόνιο σε συνάρτηση με τη δανειακή σύμβαση.. Απλώς μπορούν να υπόσχονται και να πείθουν ότι θα καταγγείλουν και είναι ακριβώς το σημείο όπου ο παίκτης  εγκαταλείπει οριστικά το χιλιοπερπατημένο και ατελέσφορο πεζοδρόμιο της διαμαρτυρίας, μπαίνει στο σύστημα και η ιστορία γίνεται κωμωδία. Αυτό ήθελε και αυτό πέτυχε να κάνει η αστική Αριστερά. Θα λέγαμε αντιγράφοντας τον Μαρξ ότι «ποτέ μνηστήρας θρόνου δεν κερδοσκόπησε πιο πρόστυχα πάνω στην απόγνωση και αφέλεια της μάζας».
Ενόψει των εκλογών της 17ης Ιουνίου ξεκινάει από την αρχή, για να ξαναθυμηθούμε την «18η Μπρυμαίρ» του γενειοφόρου φιλοσόφου, μια πάλη ανάμεσα σε όλους στο όνομα της αστικής δημοκρατίας και του ευρωπαϊσμού, μια νύχτα κάποιων ημερών όπου όλες οι γάτες είναι γκρίζες, μια συγκεχυμένη και δίχως κάποιο περιεχόμενο  ιδεολογική αντιπαλότητα στο όνομα της Ευρώπης, με ήρωες χωρίς ηρωισμούς, ανταγωνισμούς που φαίνονται ότι οξύνονται για να χάσουν την οξύτητά τους, μικρόπρεπες ραδιουργίες και κομματικές κωμωδίες,  με πάθη χωρίς αλήθειες κι αλήθειες χωρίς πάθη, μια ιστορία χωρίς γεγονότα. Αν ένα κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας ζωγραφιζόταν πάνω σε  γκρίζο φόντο, αυτό  θα ήταν ετούτο εδώ και έως τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, ίσως και πέραν αυτής. Εθνοσωτήρες νέας κοπής, ένας λαός που ανάδειξε τέτοιους  πολιτικούς  και γεγονότα παρουσιάζονται σαν σκιές που έχασαν τα σώματά τους. Θυμίζουν το  παλιό παραμύθι του Chamisso(1781-1838) όπου ο ήρωας αντάλλαξε τη σκιά του μ’ ένα μαγικό πουγκί, μα έπειτα δεν μπορούσε να ησυχάσει και γύριζε όλο τον κόσμο ψάχνοντας να ξαναβρεί τη σκιά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: