Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Οταν η εργασία ήταν το ήμισυ του κεφαλαίου


Το μοίρασμα της παραγωγής μεταξύ των ιδιοκτητών της γης και αυτών που την καλλιεργούσαν, στην προβιομηχανική Ελλάδα
  • Του ΣΠ. Ι. Ασδραχα*Η Καθημερινή, 8/7/2012

Ο λόγος για προκαπιταλιστικές, προβιομηχανικές συνεπώς οικονομίες και κοινωνίες: πεδίο παρατήρησης, το λιγότερο απόξενο στον υπογραφόμενο χωροχρόνο, ό,τι δηλαδή ονομάσαμε Ελλάδα. Θα αρχίσω, με πολλή αφαίρεση με τον κυρίαρχο πρωτογενή τομέα, την αγροτική παραγωγή. Με τον ίδιο βαθμό αφαίρεσης θα προτάξω το δίπολο αγροδότη και αγρολήπτη. Εξυπακούεται ότι η διχοτομία αυτή δεν είναι απόλυτη: ο αγρολήπτης μπορεί να καλλιεργεί και δική του γη μαζί με τη γη του άλλου. Ποιο είναι το κλειδί για να βρούμε το μερίδιο της εργασίας σ’ αυτό το σχήμα; Προφανώς τα συστήματα διανομής της συγκομιδής. Ενα απ’ αυτά είναι το μισακάρικο.

  • Ο αγροδότης
Αφού αφαιρεθεί ο φόρος, η δεκάτη, ο σπόρος και τα άλλα έξοδα, το υπόλοιπο μοιράζεται στη μέση ανάμεσα στον αγρολήπτη και στον αγροδότη. Αν ονομάζαμε τη γη «κεφάλαιο», τότε η αμοιβή της εργασίας ανέρχεται στο ήμισύ του. Το πάγιο δηλαδή κεφάλαιο ήταν ισοδύναμο του μεταβλητού. Κοντολογίς, απλά ή απλοϊκά πράγματα.

Δίπλα, όμως, στο μισακάρικο διανεμητικό σύστημα έχουμε και άλλα. Το τριτάρικο, το τεταρτάρικο και τα πολλαπλά τους υποσυστήματα. Τι τα καθορίζει; Οχι, βέβαια, ένας υπολογισμός του ζωτικού ελαχίστου σε συνάρτηση με τις αποδόσεις (σπόρος έναντι συγκομιδής), αλλά ένα μεικτό σύστημα γεωκτησίας, όπου ο άμεσος παραγωγός συμμετέχει στην κυριότητα της γης. Σ’ αυτό το σύστημα αγροδότης και αγρολήπτης είναι με άνισο τρόπο συγκύριοι του εδάφους: η συγκυριότητα είναι αποτέλεσμα πώλησης ή αγοράς του καλλιεργούμενου εδάφους.

Αν ο αγροδότης είναι κύριος των δύο τρίτων του εδάφους, τότε ο αγρολήπτης απολαμβάνει το σύνολο της συγκομιδής τού ενός τρίτου και το ήμισυ εκείνης των δύο τρίτων: έτσι στον αγροδότη παραμένει το ένα τρίτο, άρα είναι τριτάρης και το σύστημα «τριτάρικο». Αν ισοδύναμα ο αγρoδότης και ο αγρολήπτης κατέχουν ο καθένας τα δύο τέταρτα του εδάφους, τότε με βάση πάντα τον μισιακό τρόπο διανομής, ο αγροδότης καρπώνεται το ένα τέταρτο της συγκομιδής και έχουμε το «τεταρτάρικο» σύστημα. Η μερίδα της εργασίας παραμένει η ίδια και αντιστοιχεί στο μισό του «κεφαλαίου». Δεν θα προχωρήσω στα υποπολλαπλάσια: ένα προς πέντε, προς έξι, προς εφτά, προς οχτώ ώς ένα προς δέκα. Μας παραπέμπουν σε άλλες θεσμικές όψεις των παραγωγικών σχέσεων. Θα υπενθυμίσω μόνο ότι η διαιώνιση της σχέσης μερίδιο της εργασίας ίσον ήμισυ του «κεφαλαίου» δεν οδηγεί σε ένα είδος σενσιμονισμού, για τον απλό λόγο ότι οι αγροδότες μπορούσαν να διαθέτουν καλλιεργήσιμες επιφάνειες που υπερακόντιζαν εκείνες του άμεσου παραγωγού κι αυτής της εξίσωσης: το μερίδιο της εργασίας ήταν εργαλείο μακράς διάρκειας της ανισοκατανομής του πλούτου και της οικονομικής κυριαρχίας.

Την ίδια αναλογία βρίσκουμε και στις εμφυτεύσεις, είτε πρόκειται για τις φυτείες είτε πρόκειται για τα κεντρώματα: ο εμφυτευτής γίνεται κύριος του μισού εδάφους, εφόσον υπάρχει η φυτεία και ο κεντρωτής γίνεται κύριος του μισού δένδρου, κατά κανόνα της ελιάς. Το μοίρασμα της φυτείας αποφεύγεται και έτσι ο αγρολήπτης απολαμβάνει τα δύο τρίτα της καρποφορίας· το ίδιο και ο κεντρωτής.

Ας αφήσουμε το πεδίο των φυσικών αξιών κι ας δούμε κάτι από εκείνον των χρηματικών αξιών: παράδειγμα, μια τριμερής εμπορική εταιρεία στο πεδίο ενός πλανόδιου εμπορίου. Συνεταιρίζονται τρία πρόσωπα: τα δύο απ’ αυτά καταβάλλουν ισόποσα κεφάλαια («καπιτάλια») και το τρίτο πρόσωπο, εκείνο που αναλαμβάνει τη διακίνηση του εμπορεύματος, καταβάλλει το δικό του: αντιστοιχεί στο ήμισυ της συμβολής των δύο άλλων και συνεπώς το μερίδιο της εργασίας ισούται με το ήμισυ της συμβολής του καθενός από τους δύο άλλους. Τα κέρδη και οι ζημίες μοιράζονται εξίσου.

Ας μην αγανακτήσει ο αναγνώστης με την παράθεση παραδειγμάτων, με την επανάληψη του αυτόδηλου. Η παρατήρησή του θα ήταν ότι η εξίσωση εργασίας-«κεφαλαίου» ανατρέπεται με την υποκατάστασή της από το γενικευμένο ημερομίσθιο. Μήπως υπήρχε και πριν;
  • Αποταμίευμα
Ασφαλώς και υπήρχε: μόνο που το ημερομίσθιο δεν ανταποκρινόταν στην ανατροφοδότηση της παραγωγικής δύναμης του ανθρώπινου κορμιού μέσω της αγοράς, αλλά ήταν συγχρόνως και αποταμίευμα. Κι αυτό γιατί η αμοιβή της εργασίας ήταν μεικτή: χρηματικές συν χρηστικές αξίες - τροφή, ένδυση, υπόδηση: από τους «ρογιασμένους» βοσκούς ώς τους σπιτικούς υπηρέτες, τους πλανόδιους τεχνίτες, τους εποχικούς εργάτες στον πρωτογενή τομέα.

Η χρηματική αμοιβή της εργασίας δεν ήταν ό,τι νοούμε σήμερα. Μια σειρά επαγγελματιών αμειβόταν με χρήμα, χωρίς αυτοί που τα ασκούσαν να είναι μισθωτοί: ήσαν κατά κάποιο τρόπο έμποροι. Πωλητές σερμπετιού, εντοσθίων, αρτιδίων, ο κόσμος της υπαίθριας κουζίνας, καρβουνιάρηδες και τόσοι άλλοι. Το «μεροδούλι-μεροφάι» ίσχυε επίσης, χαμάληδες και τόσοι άλλοι, σπέρματα αμοιβής της εργασίας που μεταλλάχθηκαν ποιοτικώς και κυρίως ποσοτικώς στον καπιταλισμό. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο καπιταλισμός είναι διηνεκής: μεταμόρφωσε την πολυσπερμία των παραγωγικών σχέσεων αναδιατάσσοντάς τες σε νέο σύστημα που ανέτρεπε τις μακραίωνες ισορροπίες: ήταν επαναστατικός ή αλλιώς προοδευτικός, αλλά και αντιφατικός: από τη βιομηχανική επανάσταση ώς τη χρηματιστική του απόληξη δημιούργησε αποπτωχεύσεις, σχετικές ευημερίες και επαναστάσεις που δίπλα στα οικονομικά είχαν και ηθικά ερείσματα. Οι προκαπιταλιστικές ισορροπίες μεταλλάχθηκαν σε ουτοπίες με ιστορικό, ωστόσο, έρεισμα. Το τελευταίο έχει επανάληψη στην αγωνία των καιρών μας.
* Ο κ. Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: