Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Θέλει ανανέωση η Αριστερά;

Ενα νέο κόμμα ιδρύθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο. Η Δημοκρατική Αριστερά του κ. Φ. Κουβέλη, που αποσκοπεί στην προσέλκυση ψηφοφόρων της Κεντροαριστεράς οι οποίοι δεν καλύπτονται πλέον από το ΠαΣοΚ ή τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Διακήρυξη των Πολιτικών Θέσεων υπογραμμίζει ότι το νέο κόμμα φιλοδοξεί να αποτελέσει την απάντηση στο αίτημα της ελληνικής κοινωνίας για ριζική ανασυγκρότηση του πολιτικού πεδίου και επανακαθορισμό των κοινωνικών συσχετισμών ενώ υπογραμμίζεται ότι «ο πυρήνας των ανανεωτικών ιδεών, που τον κωδικοποιούμε στις θεμελιώδεις αρχές: “δημοκρατικός σοσιαλισμός- αριστερός ευρωπαϊσμός- μεταρρυθμιστική στρατηγική- οικολογική εγρήγορση” είναι και παραμένει στοιχείο της ταυτότητάς μας». Υπογραμμίζοντας τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό του νέου κόμματος η Διακήρυξη επισημαίνει ότι οι κατευθύνσεις αυτές μπορούν να υλοποιηθούν μόνο μέσα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πρόκειται για στρατηγική επιλογή όσον αφορά τη χώρα, τους εργαζομένους, τη δημοκρατία και τον πολιτισμό. Υπάρχει, όμως, χώρος αλλά και ανάγκη δράσης στην Ελλάδα μιας Ευρωπαϊκής Αριστεράς;

Ισως είναι πολύ αργά

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Κ. ΨΥΧΟΓΙΟΥ 
Η ίδρυση της Δημοκρατικής Αριστεράς είναι άραγε το τελευταίο βήμα στην πορεία που ξεκίνησε μερίδα του κομμουνιστικού κινήματος πριν από 42 χρόνια ή νέο ξεκίνημα; Τότε, τον Φεβρουάριο του 1968, όταν έγινε η διάσπαση του ΚΚΕ, όσοι συντάχθηκαν με το μέρος του Μήτσου Παρτσαλίδη στην αντιπαράθεσή του με τον γραμματέα του κόμματος Κώστα Κολιγιάννη σίγουρα δεν μπορούσαν να φανταστούν όσα ακολούθησαν. Η κατάσταση ήταν συγκεχυμένη, κανείς δεν πίστευε ότι η ρήξη ήταν οριστική, οι πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές ήσαν ασαφείς, κάθε πλευρά κατηγορούσε την άλλη για παραβίαση της κομματικής νομιμότητας. Ο πολιτικός πυρήνας των σημερινών ιδρυτών της Δημοκρατικής Αριστεράς ήσαν φοιτητές, ανήκαν στον Ρήγα Φεραίο ή στις κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού, που ιδρύθηκε μετά τη διάσπαση. Εδιναν αρχικά μάχες με την ΚΝΕ και τους αριστεριστές για το ποιος είναι γνησιότερος κομμουνιστής, αλλά σιγά σιγά εντάσσονταν στη λογική του «ευρωκομμουνισμού», έγιναν θερμοί υποστηρικτές της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, διεκδικώντας ταυτόχρονα τον τίτλο και τις παραδόσεις του ΚΚΕ με ιδεολογικό πρόγραμμα την «ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος».

Η απομάκρυνση του ΚΚΕ Εσωτερικού από τον μαρξισμό- λενινισμό και η αποδοχή του γεγονότος ότι «ένα είναι το ΚΚΕ, αυτό που αναγνωρίζει η Μόσχα και οι ψηφοφόροι» ήταν μακρά και επίπονη. Συντελέστηκε μόλις το 1987, όταν το κόμμα συνεργάστηκε με εκτός ΠαΣοΚ και ΚΚΕ αριστερούς και μεταλλάχθηκε σε Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ, στην οποία εντάχθηκε και ο υπογράφων) με πρόεδρο τον Λεωνίδα Κύρκο. Τότε αποχώρησε σημαντική μερίδα στελεχών και μελών του κόμματος υπό τον πρώην γραμματέα Γιάννη Μπανιά που επέμεναν στη διατήρηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του κόμματος. Εναν χρόνο αργότερα, ΕΑΡ και ΚΚΕ συνέπηξαν τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, ακολούθησε το 1991 η αποχώρηση του ΚΚΕ και διάσπασή του: Μαρία Δαμανάκη, Αλέκος Αλαβάνος, Μίμης Ανδρουλάκης, Γρηγόρης Φαράκος , και άλλοι διαφωνούν και παραμένουν στον Συνασπισμό. Θεσμικά και οργανωτικά πρόκειται για τον σημερινό Συνασπισμό της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας - και ας έχουν αποχωρήσει οι Ανανεωτές, όσοι πρωταγωνίστησαν στην ίδρυσή του και όλοι οι πριν από τον Αλέξη Τσίπρα πρό εδροί του: Μαρία Δαμανάκη, Νίκος Κωνσταντόπουλος, Αλέκος Αλαβάνος.

Ο βασικός πολιτικός πυρήνας της Δημοκρατικής Αριστεράς προέρχεται από το παλαιό ΚΚΕ Εσωτερικού. Μπορεί στη διαδρομή τους τα στελέχη αυτά να έσμιξαν με παλιούς τους αντιπάλους, με τα συνομήλικά τους στελέχη της ΚΝΕ μέσω του Συνασπισμού ή με τον Γιάννη Μπανιά που προΐσταται μικρής συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αποχωρίστηκαν και πολλούς συντρόφους, κυρίως από τον χώρο της Νεολαίας και της διανόησης: η εκλογική απήχηση του ΚΚΕ Εσωτερικού ήταν πάντα πολύ μικρή, η επιρροή του όμως ήταν εντυπωσιακή στα πανεπιστήμια, στον Τύπο, στον καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό χώρο. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου που έχει παραχθεί στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, στα γράμματα και στις τέχνες κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο προέρχεται από ανθρώπους του χώρου του ΚΚΕ Εσωτερικού- αλλά οι περισσότεροι έφευγαν σιγά σιγά προς το ΠαΣοΚ μετά τη συμμαχία με το ΚΚΕ και κυρίως κατά την πρωθυπουργία Σημίτη. Και η Νεολαία του Συνασπισμού δεν είχε ποτέ τη δύναμη που είχε ο Ρήγας Φεραίος στα πανεπιστήμια.

Η ακραία επιθετικότητα του Συνασπισμού κατά των κυβερνήσεων Σημίτη (και του ίδιου του πρωθυπουργού προσωπικά), όταν ήταν πρόεδρος ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, δεν ερμηνεύεται πολιτικά- και είναι ακόμη δυσκολότερο να κατανοηθεί γιατί οι Ανανεωτές παρέμειναν τότε στον Συνασπισμό όταν σημαντικό μέρος του δικού τους κόσμου αποχωρούσε. Μήπως είναι κάπως αργά να έχει κανείς σήμερα σημαία τον «αριστερό ευρωπαϊσμό» όταν τον πολεμούσε την εποχή που κυβερνούσε; Γιατί, όπως και αν το κάνουμε, ο «αριστερός ευρωπαϊσμός» εκφράζεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης πρωτίστως, με τα σοσιαλιστικά-σοσιαλδημοκρατικά κόμματα- μόνο στην Ελλάδα έχουμε το παράδοξο η κομμουνιστογενής Αριστερά να αρνείται να αναγνωρίσει ως «αριστερό» το ΠαΣοΚ και να χαρακτηρίζει τον ευρωπαϊσμό του «νεοφιλελεύθερο», κρατώντας τον τίτλο «Αριστερά» μόνο για την παράταξη που ηττήθηκε στο εμφύλιο πόλεμο.

Η ανανεωτική Αριστερά, εγκλωβισμένη στον Συνασπισμό (συνασπισμό πλέον κομματαρχών της Αριστεράς που συνυπήρχαν για εκλογικούς λόγους), πολεμώντας τον σημιτικό εκσυγχρονισμό πολέμησε τον εαυτό της και δεν μπορούσε μετά παρά να υποκύψει στη νεοκομμουνιστική ρητορική του Αλέκου Αλαβάνου και στο ναπολεόντειο σύνδρομό του ότι υπό την ηγεσία του το κόμμα θα γινόταν «νέο ΠαΣοΚ»- και σιγά σιγά περιθωριοποιήθηκε. Ο Αλέξης Τσίπρας για να επιβεβαιώσει την ηγεσία του έπρεπε να δημιουργήσει νέους μηχανισμούς, να μοιράσει θέσεις σε δικούς του ανθρώπους- και άνοιξε την πόρτα στους ανανεωτές για να αποχωρήσουν.

Μπορεί κανείς να θαυμάζει το κουράγιο σημαντικών ανθρώπων που μετά τόσες περιπέτειες ιδρύουν νέο κόμμα, δικαιούται όμως να αναρωτηθεί μήπως αυτό γίνεται πολύ αργά- γιατί δεν είναι καθόλου προφανές ότι ο Γιώργος Παπανδρέου τούς χρειάζεται σήμερα όσο τούς χρειαζόταν τότε ο Κώστας Σημίτης.

Η ευκαιρία και τα παραδοσιακά σφάλματα

ΤΟΥ Α. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ 
Εκείνος ο Δεκέμβρης του 2008 είχε μεγάλες πολιτικές συνέπειες. Η ΝΔ τέθηκε οριστικά σε τροχιά απώλειας της εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ χρεώθηκε με την πολιτική κάλυψη της χαοτικής «εξέγερσης». Το ΚΚΕ, που πρωτοστάτησε στη χρέωση του αντιπάλου, εξήγαγε πολύτιμα συμπεράσματα για την εδραίωση της ηγεμονίας του στην Αριστερά, που νωρίτερα είχε αμφισβητηθεί από τη δημοσκοπική έκλαμψη του ΣΥΡΙΖΑ. Εκτοτε, ο Περισσός βρίσκεται σε ετοιμότητα αντίδρασης υπό συνθήκες κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε σήμερα. Στη χώρα όπου το μονοπώλιο της βίας δεν είναι αυτονόητα κρατικό, το ΚΚΕ διεκδικεί το μονοπώλιο της μη νόμιμης βίας, που είναι συντεταγμένη και αποδεικνύεται ανεκτή από την κυβέρνηση.

Από τον Δεκέμβρη εκείνο, τα στελέχη της Ανανεωτικής Πτέρυγας του Συνασπισμού εξήγαγαν επίσης πολιτικά συμπεράσματα και τα δημοσιοποίησαν. Ομως, πέραν αυτού, δεν προέβησαν τότε σε καμιά άξια λόγου πολιτική πράξη. Ωστόσο, το γυαλί του Συνασπισμού είχε ραγίσει από έναν άλλο Δεκέμβρη, του 2004, όταν ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης διεκδίκησε την ηγεσία του κόμματος και ηττήθηκε από τον Αλέκο Αλαβάνο. Οι Ανανεωτικοί υπέμειναν το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ και σύρθηκαν σε συλλογικές επιλογές που ήταν σε διάσταση όχι απλώς με την ιδεολογία τους, αλλά και με το αξιακό τους σύστημα. Χρειάστηκε να επιμείνει ο Αλαβάνος, ως εξωσυστημικός πλέον παράγοντας διαταραχής του αριστερίστικου μικρόκοσμου, για να εγκαταλείψουν το αφιλόξενο περιβάλλον των γκρουπούσκουλων με τα οποία ο Συνασπισμός είχε στέρξει να εξομοιωθεί.

Οπωσδήποτε οι Ανανεωτικοί το όφειλαν στον εαυτό τους. Αλλά το ερώτημα στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν μέσα από την πολιτική πράξη είναι μήπως το όφειλαν στον εαυτό τους και μόνον. Το ερώτημα είναι ταυτόσημο με εκείνο για την πραγματική εμβέλεια της Δημοκρατικής Αριστεράς, που ιδρύθηκε με την επίκληση της μνήμης του Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Αν οι συντελεστές του νέου πολιτικού σχηματισμού ξαναβρήκαν τον εαυτό τους, το ερώτημα είναι πόσοι και ποιοι άλλοι θα πάνε να τους συναντήσουν εκεί. Επί του παρόντος, η πολιτική πλατφόρμα της Δημοκρατικής Αριστεράς επιβεβαιώνει τις διαφορές των ιδρυτών της με το πλειοψηφικό ρεύμα του Συνασπισμού, που συνοψίζονται, αρκετά δηκτικά, στην αποκήρυξη του «αριστερότροπου λαϊκισμού» και του «μυωπικού αριστερισμού». Είναι σαφές ότι το νέο κόμμα αντιτίθεται τόσο στην ανακλαστική προάσπιση των συντεχνιακών κεκτημένων που προέκυψαν από τη συναλλαγή των εκάστοτε κρατούντων με ποικίλες ομάδες πίεσης όσο και στην «αντισυστημική» βία, οργανωμένη είτε ανοργάνωτη. Το στίγμα είναι ευκρινές, αλλά στην πολιτική η άρνηση αρνητικών στάσεων δεν αρκεί για να δώσει κατάφαση.

Επιπλέον, η Δημοκρατική Αριστερά, σε αντιδιαστολή με τη λοιπή Αριστερά, εμμένει στον ευρωπαϊκό δρόμο, και μάλιστα με όρους φεντεραλισμού. Αλλά, αν ανήκουμε στην ομοσπονδιακή Ευρώπη των ονείρων μας, προτιμότερο είναι να μην πάψουμε να ανήκουμε και στην πιο πραγματική Ευρώπη του ευρώ, σύμφωνα με τους ιδρυτές του νέου κόμματος. Επιπλέον, όπως συνάγεται από τις πρώτες διακηρύξεις, καλό θα είναι να αποφύγουμε και τη χρεοκοπία. Συνυπολογίζοντας την πάγια καταγγελία του «νεοφιλελευθερισμού», ο προγραμματικός λόγος της Δημοκρατικής Αριστεράς συγκλίνει με τον επίσημο λόγο του ΠαΣοΚ, που οδύρεται για την αδικία που του έλαχε να εφαρμόσει το μνημόνιο.

Βέβαια, τα στελέχη της Δημοκρατικής Αριστεράς μπορούν να επικαλούνται τη διαχρονική διάσταση λόγων και έργων των κυβερνήσεων του ΠαΣοΚ. Και ίσως να κρίνουν ότι αυτό είναι αρκετό για να προσελκύσουν οπαδούς του ΠαΣοΚ που εμφανίζονται να έχουν μετακινηθεί στη δεξαμενή των αναποφάσιστων. Αλλά δεύτερη φορά το ίδιο λάθος δεν συγχωρείται, ακόμα κι αν τώρα αποδοθεί στην αυταρέσκεια των διανοουμένων, που ούτως ή άλλως δεν έχουν μεγάλη έφεση στα έργα.

Αρθρώνοντας έναν «συστημικό» προοδευτικό λόγο, η Δημοκρατική Αριστερά τίθεται ενώπιον συγκεκριμένων επιλογών που αφορούν την πολιτική της στόχευση και την κατάλληλη βάση για να την υπηρετήσει. Ειδικότερα, μπορεί κάποιος να σκεφτεί δύο τουλάχιστον προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Δημοκρατική Αριστερά θα επιβίωνε και ενδεχομένως θα εξελισσόταν σε θετικό συντελεστή των πολιτικών μας πραγμάτων. Η πρώτη είναι η απορρόφηση των Οικολόγων, που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ενοποίηση των δύο κομμάτων, αντί για την επιδίωξη ενός ακόμα δυσλειτουργικού «ομόσπονδου» σχήματος. Η δεύτερη είναι η απερίφραστη εκδήλωση της πρόθεσης το κόμμα που θα προκύψει να συμμετάσχει στην ευθύνη της διακυβέρνησης.

Ο Φώτης Κουβέλης μπορεί να δηλώνει ότι η Δημοκρατική Αριστερά «δεν θα λειτουργήσει συμπληρωματικά» προς το ΠαΣοΚ. Και πράγματι ο Αλέξης Τσίπρας τον περιμένει στη γωνία, με τους επιτελείς του έτοιμους να καταγγείλουν την «Αριστερά της ενσωμάτωσης». Ομως, ο εναπομείνας Συνασπισμός έχει στηθεί στη λάθος γωνία. Η Δημοκρατική Αριστερά έχει μια ευκαιρία να επιλέξει τους σωστούς συνομιλητές, απευθυνόμενη ταυτόχρονα σε ένα κοινό με προσδοκίες που δεν αποτυπώνονται στην επιφάνεια των δημοσκοπικών μετρήσεων. Είναι πολύ αμφίβολο αν θα το επιχειρήσει. Το πιθανότερο είναι ότι θα υποπέσει ξανά στα παραδοσιακά σφάλματα της ελληνικής Αριστεράς.

Ο κ. Αλέξης Καλοκαιρινός είναι αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Από τις ωραίες εκρήξεις στις συγκεκριμένες προτάσεις

ΤΟΥ Χ. Α. ΧΩΜΕΝΙΔΗ

Τι εννοούμε λέγοντας «Ευρωπαϊκή» Αριστερά; Μιαν Αριστερά η οποία να εκπορεύεται από την ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση; Ή μιαν Αριστερά που να πιστεύει πως το παρόν και το μέλλον της πατρίδας μας είναι άρρηκτα δεμένο με την πορεία της Ευρώπης συνολικά;

Για να έχει- έτσι κι αλλιώς- αιτία ύπαρξης η Αριστερά, δύο βασικά χαρακτηριστικά οφείλει να διαθέτει και να μην τα διαπραγματεύεται ποτέ και για κανένα λόγο:

Πρώτον, έναν ουμανιστικό χαρακτήρα, ο οποίος να μην εξαντλείται σε αοριστολογίες και σε φανφάρες αλλά να την καθιστά τον φανατικότερο υπερασπιστή των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, των δημοκρατικών κεκτημένων, από την εποχή της Μάγκνα Κάρτα και εντεύθεν. Οσάκις η Αριστερά- είτε στο όνομα της επανάστασης είτε απλώς της ανωτέρας βίας- σάρωσε αντί να εξελίξει τους προϋπάρχοντες θεσμούς, οδηγηθήκαμε σε τερατογενέσεις που στοίχισαν τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων. Οποτε η Αριστερά ενέδωσε σε δόγματα όπως «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», «η βία είναι η μαμμή της Ιστορίας» ή «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», η Δεξιά απέκτησε το πλεονέκτημα του υπερασπιστή της ανοιχτής κοινωνίας απέναντι στον ολοκληρωτισμό. Ο εικοστός αιώνας βρίθει τέτοιων φρικαλέων παραδειγμάτων. Μα και τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα δρουν δυνάμεις οι οποίες αυτάρεσκα συστήνονται ως αριστερές και πουστο όνομα της λαϊκής αγανάκτησης- υιοθετούν οι ίδιες ή εμπνέουν στην κοινωνία την πλέον συντηρητική και ενίοτε αντιδραστική νοοτροπία.

Η δεύτερη οντολογική προϋπόθεση για την Αριστερά είναι το να κοιτάζει κατάματα την πραγματικότητα και να υπηρετεί τον ορθό λόγο. «Ποιητικές» συλλήψεις, «εξ αποκαλύψεως» υπερβάσεις, ακόμη και η βεβαιότητα του Μαρξ για τον νομοτελειακό χαρακτήρα της έλευσης του σοσιαλισμού, όποτε δεν έγιναν επικίνδυνες, κατάντησαν γραφικές. Ενας εφηβικός ενθουσιασμός, ένας νεανικός καλπασμός οδήγησε πράγματι την Αριστερά στις ενδοξότερες στιγμές της. Αν όμως λαχταράμε μια Αριστερά η οποία να μην εξαντλείται σε ωραίες εκρήξεις αλλά να παίζει έναν πάγιο και καθοριστικό ρόλο στο συλλογικό γίγνεσθαι, τότε λαχταράμε μια Αριστερά με εμπεριστατωμένες θέσεις, με πειστική εναλλακτική αφήγηση. Οταν αρνείσαι- για να γίνω επίκαιρος- διαρρήδην το μνημόνιο του ΔΝΤ και δηλώνεις ότι θα το ανατρέψεις στους δρόμους, στην καλύτερη περίπτωση δίνεις χαμένες μάχες οπισθοφυλακών και στη χειρότερη απλώς χαϊδεύεις τα αφτιά του ακροατηρίου σου. Οταν αντίθετα εγκύπτεις στα πραγματικά ζητήματα, επεξεργάζεσαι και καταθέτεις τις δικές σου συγκεκριμένες αντιπροτάσεις, τότε υπερασπίζεσαι ουσιαστικά τα λαϊκά συμφέροντα.

Είναι προφανές, πιστεύω, ότι η Αριστερά που περιγράφω- η μόνη Αριστερά που μπορεί να αντλήσει κάτι παραπάνω από την εκτόνωση και τη διαμαρτυρία- έχει τις ρίζες της στη σκέψη όχι του Μάο αλλά του Μπερλίνγκουερ. Οραματίζεται όχι τον «νέο άνθρωπο του σοσιαλισμού» (όπως τον αποκαλούσε ο - προσφάτως αναστηλωθείς από το ΚΚΕ - Ιωσήφ Στάλιν) μα την, κατά Κορνήλιο Καστοριάδη, αυτονόμηση και χειραφέτηση των ανθρώπων γενικά. Είναι σαφές ότι αυτή η Αριστερά αποτελεί τον γόνιμο καρπό του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος ξεκίνησε με την εμβληματική φράση «Εδοξε τη Βουλή και τω Δήμω», αρθρωμένη στη σκιά της Ακρόπολης τον 5ο αιώνα π.Χ.

Μια τέτοια Αριστερά δεν διανοείται τη χώρα μας αποκομμένη από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ούτε όμως και αποδέχεται μια Ευρώπη που μας κουνάει το δάκτυλο με προτεσταντική αυστηρότητα, για να μας μετατρέψει πρώτα σε αποδιοπομπαίο τράγο και ύστερα σε πρόβατο επί σφαγήν. Διαπραγματεύεται, ελίσσεται, παλεύει και αναδεικνύει το προφανές: Πως από όσες δομικές αδυναμίες και στρεβλώσεις και αν πάσχει η ελληνική κοινωνία, δεν θα τη σώσεις σμπαραλιάζοντάς την. Οτι η στέρηση και το αυτομαστίγωμα που έχουν επιβληθεί εσχάτως στους Ελληνες δεν αποτελούν λύση. Ανάμεσα στον αυτιστικό απομονωτισμό των μεν και στην άνευ όρων ενδοτικότητα των δε, μια τέτοια Αριστερά βρίσκει τη θέση της και ανοίγει τα πανιά της.

Κοντολογίς: Ναι, υπάρχει όχι απλώς χώρος αλλά και κατεπείγουσα ανάγκη στην Ελλάδα για μια Ευρωπαϊκή Δημοκρατική Αριστερά. Καμία άλλη «Αριστερά» στις ημέρες μας δεν έχει να προσφέρει το παραμικρό.

Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: