Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Ουτοπία και ρεαλισμός

  • Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα της παρέμβασης του ιταλού φιλοσόφου Ρέμο Μποντέι σε θεωρητικό συμπόσιο που οργάνωσε η Ιταλική Εταιρεία Πολιτικής Φιλοσοφίας τον περασμένο Οκτώβριο στη Ρώμη.
Ποια ήταν, σε συλλογικό επίπεδο, η σχέση ανάμεσα σε πραγματικότητα και ουτοπία και πώς συνεχίζει να επιδρά στις ζωές μας;
Επί μακρόν οι ουτοπίες έδιναν τη δυνατότητα να διαβλέπουμε την ευτυχία και τη δικαιοσύνη με τη μορφή τέλειων κοινωνιών τοποθετημένων στον γεωγραφικό χώρο, συνήθως σε μακρινά νησιά στα οποία φτάνει κανείς τυχαία. Αυτές οι ουτοπίες εμπεριείχαν ωστόσο την προειδοποίηση ότι η τελειότητά τους ήταν ανέφικτη και ότι επρόκειτο μόνον για τη λυδία λίθο για να μετράμε την αναντιστοιχία της συγκεκριμένης ιστορικής κατάστασης σε σχέση με τις προσδοκίες των ανθρώπων. Η στροφή που έγκειται στη σύνδεση ουτοπίας και ιστορίας, με τη μετάβαση από τις ουτοπίες στις ουχρονίες, γίνεται με αφετηρία το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα.
Αν η τελειοποίηση και η ευτυχία των ανθρώπινων κοινωνιών τοποθετούνται όχι στον χώρο αλλά στον χρόνο, στο μέλλον, αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να αρχίσουμε ήδη από το παρόν μια μακρά πορεία προσέγγισης σε αυτές. Αν έπειτα, σύμφωνα με τον Ρουσό, η ευθύνη για τη διαφθορά των ανθρώπων πρέπει να αποδοθεί στους θεσμούς (αφού οι άνθρωποι βγαίνουν καλοί από τα χέρια της Φύσης ή του Δημιουργού και είναι η κοινωνία αυτή που τους διαφθείρει), τότε οι γάλλοι ιακωβίνοι και στη συνέχεια όλοι οι κυριότεροι επαναστάτες από τον 18ο ώς τον 20ό αιώνα θα αντλήσουν ιστορικής σημασίας πρακτικά συμπεράσματα. Αν θέλουμε να ξεριζώσουμε τη διαφθορά από τους ανθρώπους (τη βία, την αθλιότητα, την άγνοια, την καταπίεση) χρειάζεται, κατά τη γνώμη τους, να εξαλείψουμε με τη βία την αδικία από τα κράτη μέσω της πολιτικής επανάστασης.
Μόνον που -όπως έγινε και με την απελευθέρωση των εβραίων από την αιγυπτιακή σκλαβιά- για να φτάσουμε στη Γη της Επαγγελίας, που τοποθετείται στο μέλλον, θα χρειαστεί πρώτα να διασχίσουμε την έρημο και να υπερβούμε τις δοκιμασίες που μας επιβάλλει μια σκληρή πραγματικότητα. Αυτή ακριβώς η μορφή ορθολογικότητας φαίνεται να μη λειτουργεί πλέον και επαναπροτείνεται το πρόβλημα μιας ιστορίας που δεν είναι εγγυημένη μπροστά στο απρόσμενο. Βρισκόμαστε μπροστά στη δυσκολία να φανταστούμε το μέλλον και να κατανοήσουμε ένα τόσο φευγαλέο παρόν. Τι μπορούμε να κάνουμε;
Είμαστε όλοι μετανάστες μέσα στον χρόνο. Ολοι εμείς, από τότε που γεννιόμαστε, βαδίζουμε από ένα παρελθόν σχετικά γνωστό προς ένα μέλλον εξ ορισμού άγνωστο. Γι' αυτό έχουμε ανάγκη, για να προχωρήσουμε με τρόπο πιο συνετό, με περισσότερη φαντασία και λιγότερες φαντασιοκοπίες, τη μνήμη που μας συνδέει με το παρελθόν αλλά ταυτόχρονα και την τόλμη που μας ανοίγει προς το καινούριο. Μένει να φανταστούμε έναν διαφορετικό κόσμο, ο οποίος να εναρμονίζεται περισσότερο με τις προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή. Γι' αυτό θέλουμε μεγάλη φαντασία, η οποία όμως να συνδέεται από τη μια μεριά με την καλύτερη δυνατή γνώση της πραγματικότητας ενός κόσμου που αλλάζει και που μας μεταβάλλει και από την άλλη με τη βούλησή μας για αλλαγή. Διαφορετικά, οι φαντασίες και οι ουτοπίες θα παραμείνουν καθαρά όνειρα του λόγου, τα οποία -αυτά, ναι- γεννούν τέρατα.
Σήμερα ωστόσο ξεθωριάζει και γίνεται αβέβαιη η γραμμή που έπρεπε να διαχωρίζει το φανταστικό από το πραγματικό. Σήμερα, μέσα από τη διάδοση των γνώσεων, την ανάγνωση μυθιστορημάτων και περιοδικών, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή το Ιντερνετ, το φανταστικό έχει αναμειχθεί με το καθημερινό σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από όσο στο παρελθόν (...)
Υπάρχουν ωστόσο κίνδυνοι και στο ηθικό πεδίο από μιαν αποδυνάμωση της αρχής της πραγματικότητας, όχι μόνον με την έννοια μιας φυγής από τον κόσμο, που θα ευνοούνταν από την κατανάλωση λιγότερο ή περισσότερο ευτελούς φανταστικού (μυθιστορημάτων, ταινιών, τηλεοπτικών σειρών) αλλά και από την υποκατάσταση, στο πολιτικό πεδίο, των σκληρών δεσμεύσεων και εξαρτήσεων της πραγματικότητας με έναν κόσμο καθαρά φανταστικό, που εκφράζει τις επιθυμίες και τις προσδοκίες μας.
Είναι δυνατό να διασώσουμε την αίσθηση της πραγματικότητας από τον κίνδυνο της διάλυσής της μέσα στη φαντασία; Ή χρειάζεται αντίθετα να θεωρήσουμε την αρχή της φανταστικής πραγματικότητας, τη φανταστική πληθώρα των δυνατοτήτων, ως μιαν ανεξάλειπτη ανάγκη που έχει και θετικές πλευρές;
Το ότι το να παίζουμε με τις δυνατότητες -και με τη φαντασία γενικά- μπορεί να αποπροσανατολίσει τον νου το ξέρουμε ήδη από τον Θερβάντες, ο οποίος αποδίδει την τρέλα του Δον Κιχώτη στη διαρκή ανάγνωση ιπποτικών μυθιστορημάτων. Ανάμεσα στον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο Πάντσα υπάρχει ωστόσο μια σχέση συμπληρωματικότητας. Ο πρώτος τοποθετείται υπερβολικά πάνω από την πραγματικότητα και ο δεύτερος υπερβολικά κάτω από αυτήν. Εμμέσως, το έργο υποδεικνύει επομένως μιαν ενδιάμεση οδό που θα οδηγούσε στον συντονισμό με την πραγματικότητα.
Η σωτηρία δεν έγκειται ωστόσο στο να αρνηθούμε την εμπειρία της φανταστικής πραγματικότητας, στο να αναζητήσουμε την απαλλαγή από τη φαντασία και την επιθυμία. Το ιδεώδες θα ήταν μάλλον -όπως σε ένα πιάνο- να παίζουμε με το δεξί χέρι τα πλήκτρα της πραγματικότητας και με το αριστερό τα πλήκτρα της φαντασίας, η οποία αντιπροσωπεύει το αναγκαίο ακομπανιαμέντο, το συμπλήρωμα που ολοκληρώνει την πραγματικότητα. Κάθε διαχωρισμός των δύο αυτών μελωδιών προσφέρει μιαν ακρωτηριασμένη ζωή και μιαν ακρωτηριασμένη πολιτική.*

Δεν υπάρχουν σχόλια: