Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Η ιστοριογραφική πρόσληψη των αστών

  • Οι Ελληνες έμποροι του 18ου αιώνα μπορούν να θεωρηθούν αστική τάξη και φορέας της νεωτερικότητας

  • Του Σπύρου Ι. Ασδραχα*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5/7/2009

Μιλούσαμε στο προηγούμενο σημείωμα για την πολυφωνία των σημαινόντων και τη ρητή ή υπόρρητη μεταβλητότητα των σημαινομένων και λέγαμε ότι η ενσωμάτωση των σημαινόντων στην ιστορική αφήγηση ή την καθιστά ερμητική ή καταστρέφει την ερμηνευτική της δυνατότητα, αν δεν προηγηθεί η επίσκεψη των ονομάτων και ο ποιοτικός καθορισμός τους, αλλιώς, αν δεν περιγραφούν τα διάφορα επίπεδα σήμανσης, τα σημασιολογικά πεδία.

Στη δική μας ιστοριογραφία χρειάστηκε να αναδυθεί η έννοια των αστών και της αστικής τάξης, με πρώτη αφορμή τον κοινωνικό χαρακτήρα της Επανάστασης του 1821. Ας υπενθυμίσω ότι η έννοια αυτή είναι μαρξιστικής προέλευσης και αντιστοιχεί χωρίς να μεθοδολογείται στο συγχρονικό σύστημα επιλογής ή διάσωσης των συμβάντων – αυτό που έκανε τον Μπενεντέτο Κρότσε να λέγει ότι η μη χρονογραφική ιστορία του παρελθόντος είναι μια σύγχρονη και όχι παρελθοντολογική ιστορία.

Χρειάστηκε, λοιπόν, να χρονολογηθεί η ανάδυση της αστικής τάξης ως διαφοροποιητικού στοιχείου μέσα σε μια μακραίωνη συνέχεια που γνώριζε αστούς ή «αστείους», θεσμοθετημένες κατανομές των επαγγελμάτων των ανθρώπων της πόλης, γενικότερες ταξινομήσεις των συστατικών στοιχείων των κοινωνιών, που η πλατωνική ή πληθωνική ουτοπία τις κατηγοροποιούσε συστημικά απολυτοποιώντας μια πραγματικότητα, από την οποία, ωστόσο, αφαιρούσε τη δυναμική της και διασώζοντας, συγχρόνως την κινητικότητα αυτή σε ένα μόνο από τα συστατικά της στοιχεία, στις πνευματικές elites. Πρόκειται για μια τριμερή διαίρεση των κοινωνιών που ο δυτικός Μεσαίωνας τη συνόψισε σε πολεμιστές, δουλευτές και προσευχόμενους, δηλαδή σε στρατό, εργαζόμενους και κλήρο, τριμερής διάκριση που ισχύει και για άλλους πολιτισμούς και, σε ό,τι μας αφορά, στον μουσουλμανικό - οθωμανικό.

Τριμοιρία

Στις ουτοπίες, με άλλα λόγια στις ιδανικές πολιτείες, αυτή η τριμοιρία είναι παρούσα με όλες, εξυπακουέται, τις εσωτερικές διακρίσεις. Πώς προκύπτει ο ηγεμόνας δεν εξειδικεύεται στο τριμερές σχήμα: στο πλατωνικό η βάση του είναι η αρετή, δηλαδή η γνώση, προϋπόθεση της δικαιοσύνης. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι οι δουλευτές τρέφουν τους άλλους, μολονότι στην πράξη τουλάχιστον οι προσευχόμενοι, οι oratores, είχαν και αυτοί τη δική τους παραγωγική βάση με τους αυτοκαλλιεργητές τους.

Γιατί αυτή η παρέκβαση; Για να σημάνει απλώς την εσωτερίκευση των όρων της ζωής. Για να ανατραπούν χρειαζόταν η μετάβαση μιας από τις συνιστώσες των δουλευτών, των laboratores, από κατάσταση καθ’ εαυτή σε κατάσταση δι’ εαυτήν. Θεωρήθηκε, και έτσι συνέβηκε στην πραγματικότητα, ότι δι’ εαυτήν έγινε η μάζα των εργαζομένων και των επιχειρηματιών της πόλης: έτσι, για να επανέλθουμε στα καθ’ ημάς, αναζητήθηκε η αστική τάξη ως οικονομική πλέον λειτουργία χωρίς αυστηρούς χωρικούς καθορισμούς και κυρίως χωρίς αιτιακή σχέση ανάμεσα στο μέγεθος και στη χωροταξία των πόλεων: η αστική τάξη αναζητήθηκε σε πόλεις, και ιδίως μικρότερα πληθυσμικά συγκροτήματα της οθωμανικής επικράτειας και κατά κύριο λόγο στα έξω απ’ αυτή κέντρα μετανάστευσης· είναι ο «ελληνισμός της διασποράς» . Εξυπακούεται ότι η διάχυση της αστικής τάξης παραπέμπει στις οικονομικές της λειτουργίες.

Απ’ αυτές η ιστοριογραφία πριμοδότησε τις εμπορικές και για θεωρητικο-κοινωνικούς λόγους, ορισμένες από τις βιοτεχνικές του λήγοντος 18ου και του αρχόμενου 19ου αιώνα. Συνέβη δηλαδή εκείνο που φοβόταν ο Κρότσε, ότι δηλαδή η ερμηνευτική ιστορία ανήκει στη δική της εποχή και όχι σ’ εκείνη όπου αναφέρεται. Οι έμποροι πάλι δεν έχουν ενιαία φυσιογνωμία ούτε διακριτή χρονικότητα. Η δική μας ιστοριογραφία αναζητώντας μια αστική τάξη ως προαπαιτούμενο του 1821, επικεντρώθηκε στους εμπόρους του 18ου αιώνα και μάλιστα σε εκείνους της διασποράς που μετείχαν στο εμπόριο των μεγάλων αποστάσεων. Αλλά και αυτοί προϋπήρχαν, όπως και το εμπόριο των μεγάλων αποστάσεων και οι φορείς του οι «κοσμοπαντηπορευτές».

Στη σκιά

Εμεναν στη σκιά τα ποίκιλα επαγγέλματα των πόλεων, μολονότι υπήρξε ενδιαφέρον για τις οργανωτικές τους μορφές, τις συντεχνίες, για να εξυμνηθούν για τα όποια έργα ευποιΐας στα οποία επιδίδονταν ή για να θεωρηθούν ως εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη, προφανώς την καπιταλιστική. Εκείνο που έλειψε ήταν η κατάδειξη των οικονομικών μηχανισμών που διείπαν αυτή την πανάρχαια και ανασηματοδοτημένη κοινωνική και οικονομική κατηγορία και, κυρίως, η σχέση τους με τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής – χωρίς τούτο να σημαίνει ότι απουσιάζουν οι συγχρονικές αποτυπώσεις της σχέσης αυτής κι ακόμη η ιστοριογραφική της, μεταγενέστερη, πραγμάτευση. Ακόμη, έλειψε ή προωθήθηκε χωρίς την απαιτούμενη «πραγματολογική» σαφήνεια μια άλλη πραγμάτευση. Εκείνη της λειτουργίας και της στρατηγικής θέσης του εμπορικού κεφαλαίου στη βιοτεχνική παραγωγή, μια που ο χρόνος και ο χώρος αναφοράς δεν επιτρέπουν να μιλήσουμε για κεφάλαιο βιομηχανικό.

Θυμίζω ότι η βιοτεχνία και το πάρισό της, η οικοτεχνία, παρά τις κάθετες εξειδικεύσεις παρήγαγε ως τελικός έμπορος ή εκτελούσε παραγγελίες εμπόρων: και στις δύο περιπτώσεις τίθεται το ζήτημα του εμπορικού κεφαλαίου είτε ενδογενούς είτε εξωγενούς. Ισως ξαναμιλήσουμε για όλα αυτά: τώρα, ας μείνουμε στην ανάγκη να αναδειχθεί από την ιστοριογραφία, μια αστική τάξη φορέας της λεγόμενης νεωτερικότητας, δηλαδή ενός καπιταλισμού προαναγγελλόμενου, όταν ο Ανταμ Σμιθ μιλούσε «ως προς το παρόν», και κυρίαρχου, όταν η μαρξικής επίνοιας ιστοριογραφία μάς χρειάστηκε να βρει τις ιθαγενείς ρίζες του δικού μας καπιταλισμού. Τις αναζήτησε κι αυτές στους εμπόρους, με τις φωτεινές προειδοποιήσεις του Γιάννη Κορδάτου σε ένα από τα πρώτα του βιβλία, την εισαγωγή στην ελληνική κεφαλαιοκρατία. Και πάλι δεν θα εξαντληθεί το ζήτημα σ’ αυτό το σημείωμα: θα κλείσει με την υπενθύμιση των κοινωνικών όψεων της οικονομικής λειτουργίας των εμπόρων του ελληνικού 18ου αιώνα, που δεν είναι παρά εν μέρει ταυτόσημες με την εποχή των Φώτων, τον Διαφωτισμό.

Από τον κόσμο των εμπόρων η ιστοριογραφία μας, ήδη από τον 19ο αιώνα, συγκράτησε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του. Απαριθμώ τα ουσιωδέστερα πεδία πρόσληψης, υπενθυμίζοντας το κοινό του χαρακτηριστικό, τον ανισομερή πλούτο.

Εγγράμματοι

Είναι ένας κόσμος σε επικοινωνία, επιλεκτικώς αφομοιωτική, με τον υπόλοιπο κόσμο, με μια σημαίνουσα, ωστόσο τονικότητα, με εκείνον της Ρωσίας. Είναι ένας κόσμος σχετικώς εγγράμματος, σε μάλλον μετρημένες περιπτώσεις κόσμος λόγιος με εμφανή προσωπικά παραδείγματα. Συνελκύει μια σειρά εγγράμματων που, δίπλα στις τεχνικές τους γνώσεις, έχουν και γνώσεις ευρύτερες, συγχρονισμένες μάλιστα με τις αιχμές ή τους κοινούς τόπους της περιρρέουσας διανοητικής κατάστασης των χωρών υποδοχής, όταν πρόκειται για τους εμπόρους της διασποράς. Διατηρεί δεσμούς με τους τόπους προέλευσης, τα προϊόντα των οποίων αποτελούν την κύρια βάση της δικής τους δραστηριότητας. Οι δεσμοί απολήγουν σε ευεργετισμό που δεν έχει εξ υπαρχής το ίδιο περιεχόμενο και νόημα, για να κατασταθεί τελικός ευεργετισμός εθνικός. Οπωσδήποτε διαμορφώνεται σε μια πολιτισμική κατηγορία, η ιδιοπροσωπία της οποίας είναι μεταβλητή μέσα στον χρόνο: «έντιμοι πραγματευτές», αλλά και «άρχοντες». Σέβεται τα γράμματα και όταν δεν τα καλλιεργεί, τα ενισχύει ή τα καθιστά εμπορική επιχείρηση – προφανώς γιατί υπάρχει ζήτηση. Ολα αυτά είναι πολυσύνθετα κλιμακούμενα στη χρονική και γεωγραφική κλίμακα με διακριτούς, ωστόσο, τους κοινούς τόπους. Δεν εξαντλούνται σε ένα σημείωμα.

* Ο κ. Σ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: