Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Η Δημοκρατία και τα άκρα


  • Του Νικου Μαραντζιδη*Η Καθημερινή, 23/9/2012
Είναι σαφές πως τα τελευταία χρόνια οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί της χώρας δέχτηκαν ισχυρό κλονισμό. Για πολλούς λόγους, σημαντικό τμήμα των πολιτών όχι μόνο στέκεται αδιάφορα έναντι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αλλά δείχνει κιόλας πως δεν έχει πρόβλημα να αναζητήσει άλλους δρόμους. Το γεγονός αυτό μας φέρνει ξανά μπροστά σε κρίσιμα ερωτήματα: κινδυνεύει, πράγματι, η δημοκρατία από τα άκρα ή πρόκειται απλώς για προπαγάνδα των φιλελεύθερων υποστηρικτών της; Διαφέρει ουσιωδώς η αντισυστημική συμπεριφορά της άκρας δεξιάς από αυτήν της άκρας αριστεράς; Εντέλει, υπάρχουν δύο πολιτικά άκρα ή μόνον ένα;

Η συζήτηση εντάθηκε με τις περίφημες συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων» στο Σύνταγμα. Οι «Αγανακτισμένοι» ανέδειξαν ένα μείγμα «φαιοκόκκινων» ιδεών και αξιών, ανάμεσα στις οποίες ειδικό βάρος είχαν ο αντιφιλελευθερισμός και ο αντικοινοβουλευτισμός. Βεβαίως, η δυναμική συνύπαρξη της ακροδεξιάς κουλτούρας με την ακροαριστερή ιδεολογία υπήρξε δυνατή χάρη στη συγκολλητική δύναμη του εθνολαϊκισμού και του αντιδυτικισμού. Η συστηματική επίκληση των παραδόσεων του «αντιστεκόμενου ελληνισμού» και η ιερή αγανάκτηση ενάντια στην «άκαρδη» Δύση θύμιζε κάποιες στιγμές τις συναθροίσεις για το Μακεδονικό τη δεκαετία του ’90. Με τη διαφορά πως, τώρα, η αριστερά είχε προσθέσει μεγαλύτερη δόση από το δικό της υλικό στο εθνολαϊκιστικό μείγμα.
Είναι αλήθεια πως, κρίνοντας αποκλειστικά από το περιεχόμενο των ιδεολογιών τους, τίποτε κοινό δεν υπάρχει ανάμεσα στα δύο πολιτικά άκρα. Αν η άκρα αριστερά πρεσβεύει έναν ισοπεδωτικό και διεθνιστικό εξισωτισμό, η άκρα δεξιά ευαγγελίζεται έναν ρατσιστικά δομημένο εθνικισμό. Ταξική πάλη και διεθνισμός από τη μια, φυλετισμός και εθνικισμός από την άλλη. Αρκεί όμως αυτή η «ανάλυση περιεχομένου» για να προσδιορίσει τη στάση των άκρων έναντι της φιλελεύθερης δημοκρατίας; Ασφαλώς όχι. Αν μέναμε εδώ θα επρόκειτο για μια ρηχή και αφελή ανάγνωση των σχέσεων της ανοικτής κοινωνίας με τους εχθρούς της.
Τρία τουλάχιστον στοιχεία αποτελούν τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή των εχθρών της φιλελεύθερης δημοκρατίας:
1. Η αντιπάθεια στον κοινοβουλευτισμό. Οι ιστορικές καταβολές της άκρας δεξιάς και της άκρας αριστεράς δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για την καχυποψία που τρέφουν έναντι του Κοινοβουλίου και γενικότερα αυτού που αποκαλούν περιφρονητικά αστική δημοκρατία. Και για τους μεν και για τους δε, το Κοινοβούλιο δεν είναι ο ναός της δημοκρατίας. Νοείται είτε ως απάτη, όπως έλεγε ο Λένιν, είτε ως ένα από τα πολλά πεδία πολιτικού ανταγωνισμού. Ετσι, οι νόμοι έστω και αν ψηφίζονται στη Βουλή με μεγάλες πλειοψηφίες, μπορούν να καταργούνται στην πράξη αλλού, στους άλλους χώρους ανταγωνισμού, στα «πεζοδρόμια».
2. Η λατρεία της ισχύος του πλήθους και της κινητοποίησης. Καθένα από τα δύο πολιτικά άκρα έχει προσδιοριστεί ιστορικά από τη λατρεία του κινητοποιημένου πλήθους. Ο κομμουνισμός και ο φασισμός στο παρελθόν θεοποίησαν το μεγάλο ανώνυμο πλήθος. Πρόκειται πραγματικά για τη λαγνεία της καθοδηγημένης, εξεγερμένης μάζας. Ετσι, ενώ πολλά εκατομμύρια ψηφοφόρων μπορεί να αντιμετωπίζονται αδιάφορα από τα πολιτικά άκρα, μερικές χιλιάδες συγκεντρωμένων αποκτούν βαρύνουσα πολιτική σημασία· γίνονται ξαφνικά «ο ομιλών λαός». Για τα άκρα, ο λαός μιλάει κυρίως ως μάζα, όχι ως ατομικά υποκείμενα ή ψηφοφόροι. Αν η φιλελεύθερη δημοκρατία αναγνωρίζει αθροίσματα ατόμων (πλειοψηφίες και μειοψηφίες) και προστατεύει την ατομικότητα, οι εχθροί της αντίθετα έλκονται από την ισχύ των ανώνυμων μαζών.
3. Η βία μπορεί να είναι μια επιλογή. Τόσο η άκρα δεξιά όσο και η άκρα αριστερά, περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτά, θεωρούν πως κάτω από συνθήκες, η βία αποτελεί γι’ αυτούς μια πολιτική επιλογή. Τα αντισυστημικά ιδεολογικά ρεύματα αντιμετωπίζουν τη φυσική ή συμβολική βία ως ένα εργαλείο που δεν πρέπει να αποποιηθούν. Στην πραγματικότητα, για τα δύο αυτά ρεύματα, η πολιτική είναι ένας ακήρυκτος εμφύλιος πόλεμος και το πέρασμα από την ειρηνική αντιπαράθεση στη βίαιη σύγκρουση συνιστά μια καθημερινή φυσική διαδικασία (π.χ. καταλήψεις ή ξυλοδαρμοί).
Είναι αλήθεια, πως καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, χάρη στην αφομοιωτική ικανότητα του κοινοβουλευτισμού, κόμματα της άκρας αριστεράς όσο και της άκρας δεξιάς μετακινήθηκαν ιδεολογικά και ενσωματώθηκαν στους κόλπους της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ιδιαίτερα η δημοκρατική αριστερά επιδίωξε, και σε σημαντικό βαθμό κατάφερε, να εμπλουτίσει τη φιλελεύθερη θεσμική παράδοση και λειτουργία με τις αξίες της κοινωνικής ισότητας. Προκειμένου όμως να φτάσει έως εδώ, αποποιήθηκε βασικά στοιχεία της ιστορικής της φυσιογνωμίας και μετασχημάτισε τον γενετικό της κώδικα.
Σήμερα, στη χώρα μας, τμήμα της άκρας αριστεράς φλερτάρει με την προοπτική μιας μελλοντικής διακυβέρνησης. Είναι πολύ πιθανό, οι χθεσινοί εχθροί της αστικής δημοκρατίας να ενσωματωθούν και από ασυμβίβαστοι επαναστάτες να μετατραπούν, αύριο, σε «βολεμένους πολιτικάντηδες». Προς το παρόν, όμως, αν θέλουν να μην αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα οφείλουν να κόψουν τον ομφάλιο λώρο που τους ενώνει με την αντιδημοκρατική μήτρα της επαναστατικής αριστεράς και να διατυπώσουν σαφώς και κατηγορηματικώς την πίστη τους στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Εξάλλου, τώρα που μετακόμισαν από την πλατεία στο Κοινοβούλιο, ας αρχίσουν να υιοθετούν σιγά σιγά τις συνήθειές του, ιδιαιτέρως τις καλές.
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου (Πράγα) και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: