Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Διάλογοι για το μέλλον

Οσο διαρκούσε η πίστη των ανθρώπων στην ιδεολογία της προόδου, το μέλλον έμοιαζε φωτεινό και υποσχόταν μια συνεχή βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης.

Η ανθρωπότητα πίστευε ότι βαδίζει στον δρόμο που οδηγεί από το λιγότερο καλό στο καλύτερο, από μια κατάσταση σχετικής αδυναμίας προς τον ολικό έλεγχο της μοίρας της. Το μέλλον εμφανιζόταν σαν ένα πεδίο πρωτόγνωρων δυνατοτήτων και σαν ένα σύνολο εκλκυστικών υποσχέσεων. Σήμερα οι ελπίδες και οι συλλογικές προσδοκίες που προβάλλονταν σε ένα καλύτερο μέλλον μοιάζει να έχουν εξαντληθεί. Η χρεοκοπία της ιδεολογίας της προόδου γέννησε μια κρίση εμπιστοσύνης στο μέλλον. Ολο και λιγότεροι είναι εκείνοι που προβλέπουν ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο από το παρόν. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να φανταστούν όχι μόνον το τι θα φέρει το μέλλον αλλά ακόμη και το πώς πρέπει να είναι το ευκταίο και επιθυμητό μέλλον.

Η εικόνα του μέλλοντος εμφανίζεται σκοτεινή και απειλητική, καθώς σκιάζεται μοιραία από τους υπαρκτούς κινδύνους πλανητικής κλίμακας καταστροφών (υπερθέρμανση του πλανήτη, πυρηνική απειλή, οικολογική κρίση). Το μέλλον γίνεται πηγή αβεβαιότητας, ανησυχίας και φόβου.

Την αινιγματική εικόνα του μέλλοντος επιχειρούν να φωτίσουν με τις αναλύσεις τους τρεις γνωστοί μελετητές.

* Ο Μαρκ Οζέ είναι ανθρωπολόγος, διευθυντής σπουδών στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales του Παρισιού.

* Ο Ρέμο Μποντέι είναι καθηγητής ιστορίας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πίζας και σε αμερικανικά πανεπιστήμια.

* Ο Ζαν-Πιερ Ντιπουί είναι φιλόσοφος της επιστήμης και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, στην Καλιφόρνια.

Η απειλή της καταστροφής

Ο Σαρτρ έλεγε ότι το νόημα του παρελθόντος είναι πάντοτε σε εκκρεμότητα, επειδή το μέλλον είναι αυτό που το καθορίζει.

Επομένως, η εκμηδένιση του μέλλοντος είναι ταυτόχρονα και εκμηδένιση όλου του ανθρώπινου χρόνου.

Μπορεί το μέλλον να μη μας έχει ανάγκη, αλλά εμείς χρειαζόμαστε το μέλλον, επειδή αυτό δίνει νόημα σε όλα όσα κάνουμε. Αν κατορθώσουμε να το κατανοήσουμε αυτό, θα αρκεί ίσως μια μορφή ορθολογικού εγωισμού, ώστε να βρούμε μέσα μας τις αναγκαίες δυνάμεις για να σωθούμε, σώζοντας ταυτόχρονα και τον πλανήτη.

**Μπορούμε να πούμε ότι η έννοια της καταστροφής που πρέπει να αποφύγουμε αντικαθιστά στο πολιτικό φαντασιακό την έννοια της επανάστασης που πρέπει να προετοιμάσουμε. Μια μεγάλη οικολογική καταστροφή διαγράφεται πράγματι στον ορίζοντα. Το γνωρίζουμε και ωστόσο δεν κατορθώνουμε να μετατρέψουμε αυτή τη γνώση σε πίστη.

Μοιάζει λίγο με τον ατομικό μας θάνατο. Γνωρίζουμε ότι θα πεθάνουμε -είναι το μόνο πράγμα για το οποίο είμαστε απολύτως βέβαιοι- και ωστόσο μας είναι αδύνατο να σχηματίσουμε μιαν αναπαράσταση του θανάτου μας. Οσο η καταστροφή δεν συμβαίνει δεν τη θεωρούμε πιθανή. Ενας άγγλος ψυχολόγος κατέδειξε ότι η τάση μιας κοινότητας να αναγνωρίζει την πραγματικότητα ενός κινδύνου καθορίζεται από την ιδέα που αυτή η κοινότητα έχει για την ύπαρξη λύσεων. Καθώς οι οικονομικές και πολιτικές εξουσίες που μας κυβερνούν πιστεύουν ότι μια ριζική αλλαγή του τρόπου ζωής μας και μια απάρνηση της «προόδου» θα ήταν το αναγκαίο τίμημα που πρέπει να πληρωθεί για να αποφευχθεί η καταστροφή και καθώς αυτό τους φαίνεται ανέφικτο, η συγκάλυψη του κακού θα συνεχίζεται αναπόφευκτα.

**Χρωστάω στον Ιβάν Ιλιτς το ότι κατανόησα πως η ανθρωπότητα όφειλε πάντοτε να προφυλάσσεται από τρεις τύπους απειλών και όχι απλώς από δύο, τις δύο που σκεφτόμαστε συνήθως: τη δύναμη της φύσης και τη βία των ανθρώπων. Μαθαίνοντας να γνωρίζουν καλύτερα τη φύση, οι άνθρωποι κατόρθωσαν εν μέρει να τη δαμάσουν. Συνειδητοποιώντας όλο και περισσότερο τους μηχανισμούς του μίσους και της εκδίκησης, κατανόησαν ότι μπορεί κανείς να συνεννοηθεί με τους εχθρούς του και θεμελίωσαν τους πολιτισμούς.

**Υπάρχει, όμως, ένα τρίτο μέτωπο, στο οποίο είναι πολύ πιο δύσκολο να πολεμήσουμε, γιατί ο εχθρός είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ο εχθρός έχει τα δικά μας χαρακτηριστικά, αλλά δεν τον αναγνωρίζουμε. Το κακό που πέφτει στο κεφάλι μας από αυτό το τρίτο μέτωπο είναι το αντίτιμο της ικανότητάς μας να δρούμε, δηλαδή να πυροδοτούμε μη αντιστρέψιμες διαδικασίες που δεν έχουν τέλος.

Αυτές οι διαδικασίες μπορούν και να στρέφονται εναντίον μας και να παίρνουν τη μορφή εχθρικών δυνάμεων που μας καταστρέφουν. Ξαναβρίσκουμε εδώ τις παλιές ιδέες της αλλοτρίωσης ή του τραγικού. Το κακό προέρχεται από μας, αλλά τείνουμε να σκεφτόμαστε ότι οι πηγές του είναι εξωτερικές προς εμάς, επειδή δεν προκύπτει από κακές προθέσεις.

Απέναντι σε αυτόν τον τρίτο τύπο απειλής είμαστε σαν πελαγωμένοι. Οφείλουμε να αλλάξουμε τις συμπεριφορές μας, επειδή σκεφτόμαστε το μέλλον και την ευημερία των μελλοντικών γενεών;

**Φιλοσοφικά είναι πολύ δύσκολο να θεμελιώσουμε μιαν υποχρέωση απέναντι στο μέλλον. Προτείνω, λοιπόν, να αντιστρέψουμε την προοπτική με έναν τρόπο σχεδόν εγωιστικό: εμείς είμαστε που χρειαζόμαστε το μέλλον. Γιατί, αν οι πόρτες του μέλλοντος ήταν κλειστές για μας, θα εκμηδενιζόταν όλο το νόημα της παρελθούσας και παρούσας ανθρώπινης περιπέτειας.

**Είναι αλήθεια ότι η προσφυγή στη γλώσσα των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και της ευθύνης, για την αντιμετώπιση του προβλήματος της αλληλεγγύης μας με τις μελλοντικές γενεές, εγείρει σημαντικά θεωρητικά προβλήματα, τα οποία η δυτική φιλοσοφία αποδείχθηκε ουσιαστικά ανίκανη να φωτίσει.

Το μαρτυρεί εύγλωττα η αμηχανία του αμερικανού φιλοσόφου Τζον Ρολς, του οποίου το έργο «Θεωρία της δικαιοσύνης» παρουσιάζεται ως η σύνθεση-υπέρβαση όλης της σύγχρονης ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας. Αφού θεμελίωσε αυστηρά τις αρχές της δικαιοσύνης, που πρέπει να διέπουν τους βασικούς θεσμούς μιας δημοκρατικής κοινωνίας, ο Ρολς υποχρεώθηκε να συμπεράνει ότι αυτές οι αρχές δεν εφαρμόζονται στη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών.

Η πηγή της δυσκολίας είναι η μη αντιστρεψιμότητα του χρόνου. Μια θεωρία της δικαιοσύνης, που βασίζεται στο συμβόλαιο, ενσαρκώνει το ιδεώδες της αμοιβαιότητας. Δεν μπορεί όμως να υπάρχει αμοιβαιότητα ανάμεσα σε διαφορετικές γενεές. Η μεταγενέστερη γενεά δέχεται κάτι από την προηγούμενη, αλλά δεν μπορεί να της ανταποδώσει τίποτα.

**Σήμερα, όμως, το μείζον πρόβλημά μας είναι να αποφύγουμε την υπέρτατη καταστροφή. Το να σκεφτόμαστε την ευθύνη μας ως απαίτηση να εξασφαλίσουμε την αναδιανεμητική δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών μάς οδηγεί σε ένα φιλοσοφικό αδιέξοδο. Εχουμε να αποδώσουμε λογαριασμό σε σχέση με τη μοίρα της ανθρωπότητας, επομένως σε σχέση με μας τους ίδιους, εδώ και τώρα. Η σοφία των Ινδιάνων της Αμερικής μας κληροδότησε το πολύ ωραίο απόφθεγμα: «Η Γη μάς δόθηκε από τα παιδιά μας».

Δεν είμαστε οι «ιδιοκτήτες» της φύσης, έχουμε μόνον την επικαρπία της. Από ποιον τη δεχθήκαμε; Από το μέλλον.

**Οποιοι απαντούν «το μέλλον όμως δεν έχει πραγματική υπόσταση» καταδεικνύουν το επίμαχο σημείο κάθε φιλοσοφίας της μελλοντικής καταστροφής: δεν κατορθώνουμε να δώσουμε ένα επαρκές βάρος πραγματικότητας στο μέλλον.

Η δικτατορία του παρόντος

Σήμερα ενσκήπτει στον πλανήτη μια ιδεολογία του παρόντος και της προφάνειας, που παραλύει την προσπάθεια να σκεφτούμε το παρόν ως ιστορία, επειδή αυτή προσπαθεί να αχρηστέψει τόσο τα μαθήματα του παρελθόντος όσο και την επιθυμία να φανταζόμαστε το μέλλον.

Εδώ και μια ή δύο δεκαετίες το παρόν έχει γίνει ηγεμονικό. Στα μάτια των κοινών θνητών αυτό δεν είναι πλέον η έκβαση της βραδείας εξέλιξης του παρελθόντος, δεν μας επιτρέπει πλέον να διαβλέπουμε ένα σχέδιο του πιθανού μέλλοντος, αλλά επιβάλλεται σαν ένα καταπιεστικό τετελεσμένο γεγονός, του οποίου η αιφνίδια εμφάνιση προκαλεί την εξαφάνιση του παρελθόντος και ματαιώνει τη δυνατότητα να φανταζόμαστε το μέλλον.

Η ιδεολογία του παρόντος εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους και μπορούμε να αποκαλύψουμε την ύπαρξή της με αφετηρία τρία τουλάχιστον συντρέχοντα φαινόμενα.

1 Με το πρώτο από αυτά τα φαινόμενα ξαναβρίσκουμε τον Λιοτάρ και το «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων» για το μέλλον. Αυτό το τέλος υποτίθεται ότι αντιστοιχεί στην απώλεια των αυταπατών που μπορούσαν να καλλιεργούν οι άνθρωποι σε σχέση με τις προόδους του ανθρώπινου γένους.

Αυτές οι αυταπάτες μπήκαν σε σκληρή δοκιμασία από την απανθρωπιά και από τις εμπειρίες των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα. Η μεταμοντέρνα περίοδος θα ήταν, γι' αυτό το λόγο, εκείνη στην οποία οι μοντέρνοι μύθοι, οι μύθοι του μέλλοντος, οι οικουμενικοί μύθοι, που αντικατέστησαν τις διάφορες κοσμογονίες, χάνονται και αυτοί με τη σειρά τους.

* Το θέμα του τέλους των ιδεολογιών προηγήθηκε του θέματος του τέλους της ιστορίας, που ανέπτυξε ο Φουκουγιάμα. Βλέπουμε όμως ότι τα δύο αυτά θέματα απέχουν πολύ από το να συμπίπτουν. Επικαλούμενος το τέλος των δύο μεγάλων τύπων μύθου, ο Λιοτάρ μάς προσκαλούσε να στοχαστούμε για τους νέους τρόπους σχέσης με τον χρόνο και τον χώρο, που ορίζουν τη «μεταμοντέρνα» κατάσταση. Με το τέλος της ιστορίας, αντίθετα, έχουμε κάτι εντελώς διαφορετικό: πρόκειται για μια προσπάθεια να παραχθεί μια νέα «μεγάλη αφήγηση».

Το τέλος της ιστορίας δεν είναι προφανώς το τέλος των γεγονότων, αλλά είναι το τέλος μιας διανοητικής συζήτησης. Ολοι σήμερα -μας λέει ουσιαστικά ο Φουκουγιάμα- θα συμφωνήσουν ότι το σύστημα που συνδυάζει ελεύθερη αγορά και αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι ανυπέρβλητο.

* Στις πιο αναπτυγμένες κοινωνίες παρακολουθούμε σήμερα μιαν ισχυρή αύξηση του φόβου του γεγονότος (ας σκεφτούμε τις έννοιες του κινδύνου, τον ρόλο των ασφαλίσεων, τη «νομική ρύθμιση» της ιατρικής πρακτικής, την ιδέα της ανασφάλειας ή τον συναγερμό για τις κλιματικές αλλαγές). Αυτή η αύξηση των φόβων συνεπάγεται μιαν αναζήτηση των αιτιών και των υπευθύνων. Αντίθετα, όταν το γεγονός είναι αδιανόητο και από πρώτη άποψη εντελώς απρόβλεπτο -όπως ήταν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου- η στρατηγική αλλάζει αμέσως. Η αναζήτηση των άμεσων ενόχων και των πιο μακρινών υπευθύνων παραχωρεί γρήγορα τη θέση της σε μια καταιγιστική πρωτοβουλία. Το γεγονός δεν γίνεται κατάληξη κάποιου πράγματος που χρειάζεται να εξηγήσουμε, αλλά αφετηρία που εξηγεί τα πάντα.

Αυτό είναι το νόημα και αυτός είναι ο ρόλος του δεύτερου πολέμου στο Ιράκ και γενικότερα του διακηρυγμένου πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας. Η ιστορία πράγματι δεν είναι πλέον η ίδια μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Αυτή η νέα αρχή δεν ακυρώνει, ωστόσο, στα μάτια εκείνων που το συνέλαβαν, το θέμα του τέλους της ιστορίας, ακριβώς επειδή η νέα σύγκρουση δεν έχει νόημα παρά μόνον στο νέο παγκοσμιοποιημένο σύμπαν, του οποίου αυτή δεν είναι παρά μία στιγμιαία και περιορισμένη παρέκλιση.

2 Το δεύτερο φαινόμενο είναι η υπερίσχυση της χωρικής γλώσσας σε σχέση με τη χρονική και είναι στενά συνδεδεμένο με το ευρύτερο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και με την επανάσταση που αυτή συνεπάγεται στη δική μας πρόσληψη του χώρου, δηλαδή την αντιστροφή των σχέσεων ανάμεσα σε εξωτερικό και εσωτερικό.

Το ζεύγος παγκόσμιο/τοπικό αντικατέστησε την αντίθεση ιδιαίτερο/οικουμενικό, η οποία μαζί με μια διαλεκτική αντίληψη της ιστορίας εντασσόταν μέσα στο χρόνο.

Η εξομοίωση της αντίθεσης παγκόσμιο/τοπικό με την αντίθεση εσωτερικό/εξωτερικό παίρνει το πλήρες νόημά της σε σχέση με το θέμα του τέλους της ιστορίας, νοούμενης ως έλευσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας, δηλαδή ουσιαστικά σε σχέση με την αντίθεση ανάμεσα σε σύστημα και ιστορία. Σε αυτή την οπτική, η ιστορία νοούμενη ως παράγοντας που διαταράσσει ένα σύστημα, το οποίο αξιώνει να παρουσιάζεται ως υλοποιημένη ουτοπία, δεν μπορεί παρά να έχει τοπική προέλευση. Είναι η χωρική γλώσσα αυτή που εκφράζει και με μιαν ορισμένη έννοια προστατεύει την τωρινή οργάνωση του κόσμου.

3 Το τρίτο φαινόμενο που πρέπει να εξετάσουμε είναι το βασίλειο των εικόνων και ιδιαίτερα των τηλεοπτικών εικόνων.

Από τη μια μεριά αυτές μας φυλακίζουν μέσα στον χώρο. Τα γεγονότα της επικαιρότητας αναφέρονται, ερμηνεύονται και παρουσιάζονται σχεδόν ταυτόχρονα σε όλο τον πλανήτη. Σήμερα περιβαλλόμαστε από πολύ εκλεπτυσμένα υλικά αντικείμενα, τα οποία εισβάλλουν καθημερινά στην ύπαρξή μας και φαίνεται να της δίνουν ένα νόημα. Μας τοποθετούν σε μια κατοικία, μας επιτρέπουν να επικοινωνούμε με ολόκληρη τη γη χωρίς να χρειάζεται να μετακινηθούμε. Μας συνηθίζουν, τελικά, να κλεινόμαστε σε ένα τεχνολογικό καβούκι που μας προστατεύει από το παρελθόν και από το μέλλον, σαν να υπήρχε μόνον το παρόν.

Μετανάστες μέσα στο χρόνο

Ανασκοπώντας την ανθρώπινη ιστορία, κινδυνεύουμε να καταληφθούμε από ένα συναίσθημα τρόμου με τη σκέψη των θρησκευτικών και πολιτικών πίστεων που απορρίφθηκαν, των γλωσσών που πέθαναν, των λαών που χάθηκαν, των ζωών που δεν άφησαν κανένα ίχνος τους.

Ολα αυτά ευτυχώς δεν εμποδίζουν τα άτομα και τις κοινότητες να ξαναρχίζουν πάντοτε από την αρχή να προγραμματίζουν το μέλλον.

* Αν αναρωτηθούμε ποιες ήταν οι ελπίδες ή οι φόβοι που παρηγορούσαν ή προσανατόλιζαν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στον εικοστό αιώνα, που τελείωσε πρόσφατα, αντιλαμβανόμαστε ότι οι ιδεολογικά πιο ισχυρές προβλέψεις δεν επαληθεύτηκαν μέχρι τώρα. Φαίνεται έτσι να επιβεβαιώνεται η θέση του Κέινς, σύμφωνα με τον οποίο «το αναπόφευκτο δεν συμβαίνει ποτέ, το απρόσμενο πάντοτε». Η «παρακμή της Δύσης» δεν επαληθεύτηκε.

Η μαρξιστική «αταξική κοινωνία» χάθηκε ουσιαστικά από τον ορίζοντα των προσδοκιών, όπως και η έλευση του φιλελεύθερου «βασίλειου της ελευθερίας» ή η θριαμβευτική πρόοδος που προέβλεπε ο θετικισμός.

* Σε κάθε περίπτωση μειώνεται δραστικά η ικανότητα να σκεφτόμαστε ένα συλλογικό μέλλον, να το φανταζόμαστε πέρα από τις ατομικές μας προσδοκίες. Η Ιστορία εμφανίζεται ορφανή από εκείνη την εγγενή λογική που νομίζαμε ότι την προσανατόλιζε προς ένα καθορισμένο σκοπό. Καθώς δεν μπορεί πλέον να τοποθετηθεί στο εσωτερικό μιας εποχής η οποία συνδέεται με ένα παρελθόν σχετικά στέρεων παραδόσεων ή με έναν μακρινό ορίζοντα προκαθορισμένων προσδοκιών, το μέλλον ανακτά το χαρακτήρα της απόλυτης τυχαιότητας ή του πεδίου στο οποίο αναπτύσσονται δυνάμεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχο των ανθρώπων.

* Οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης είναι πολλαπλές. Πρώτα απ' όλα μετασχηματίζεται η ιδέα του μέλλοντος ως χρόνου της προσδοκίας, της επικείμενης έλευσης του βασιλείου του Θεού ή της επανάστασης.

Γίνεται δύσκολο να αντιληφθούμε και να υπερασπιστούμε την εικόνα της ύπαρξής μας ως περιόδου προετοιμασίας για μιαν άλλη ζωή με τη θρησκευτική έννοια ή ως κοσμικού εργαλείου οικοδόμησης ενός φωτεινού μέλλοντος (το οποίο, ωστόσο, θα γνωρίσουν μόνο οι απόγονοί μας). Πολλές καταστάσεις της ζωής των ανθρώπων (πόνος, αρρώστια, γηρατειά, θάνατος) κρίνονται τώρα οδυνηρά αθεράπευτες, επειδή δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται σοβαρά ιάσιμες ούτε σε ένα θρησκευτικό υπερπέραν, σε μια κατάσταση ουράνιας μακαριότητας, ούτε σε ένα επίγειο μέλλον αρμονικής επίλυσης των συγκρούσεων.

Ο «αλχημικός» μετασχηματισμός των βασάνων, που μας ταλανίζουν στο παρόν, μέσα από τη χαρά που ακτινοβολεί στο μέλλον, φαίνεται ήδη σε πολλούς ακατόρθωτος.

* Η παρακμή των συλλογικών προσδοκιών, που μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες (όταν ο κόσμος ήταν ακόμα διαιρεμένος σε δύο μπλοκ) προσανατόλιζαν ιδεολογικά δισεκατομμύρια ανθρώπους, οδηγεί σε μια ιδιωτικοποίηση του ίδιου του μέλλοντος και στην κατασκευή ουτοπιών στα ατομικά μας μέτρα. Δεν διαφαίνεται ούτε η υλοποίηση των ιδεωδών της ισότητας ούτε η πραγματική επέκταση της ελευθερίας σε αρκετά άτομα. Γεννιούνται έτσι και διαδίδονται οι απογοητεύσεις. Οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, διακηρύσσοντας επίσημα το δικαίωμα όλων των ανθρώπων στην πραγματική ισότητα, νομιμοποιούν τις προσδοκίες του καθενός να υπερβεί την αφετηριακή του κατάσταση για να εξυψωθεί στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, στα αξιώματα, στον πλούτο ή στο κύρος.

* Μπροστά στο προβλέψιμο ναυάγιο των πολλών, που δεν θα κατορθώσουν ποτέ να υλοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους, αυτές οι κοινωνίες χρειάστηκε να επεξεργαστούν πολλαπλές τεχνικές για να διαχειριστούν τις απογοητεύσεις που γεννιούνται από το γεγονός ότι οι επαγγελίες τους δεν μπορούν να τηρηθούν. Τα σχέδια που έδιναν ένα συλλογικό νόημα στην Ιστορία αποτελούσαν ακριβώς μια από τις μορφές αντιστάθμισης και αναβαλλόμενης επανόρθωσης για τις ανικανοποίητες ατομικές προσδοκίες. Σήμερα αυτός ο μηχανισμός αναβολής δεν λειτουργεί πλέον.

* Πώς μπορούμε σήμερα να σκεφτούμε το μέλλον, να αυξήσουμε τις ικανότητές μας για πρόβλεψη, να περάσουμε από μια κουλτούρα της αναγκαιότητας σε εκείνη της ορθολογικής υπόθεσης και της πολυπλοκότητας και αβεβαιότητας που συνδέονται με αυτήν;

Είναι φανερό ότι ορισμένες προβλέψεις σε τοπικό επίπεδο ή σε περιορισμένα ειδικά πεδία φαίνονται αρκετά αξιόπιστες. Είναι, ωστόσο, εξίσου φανερό ότι η συσχέτισή τους ή η συνάρθρωσή τους σε ένα συνολικό σχέδιο αποκαλύπτονται αυθαίρετες και αβέβαιες. Κανένα άτομο ή οργάνωση δεν φαίνονται σήμερα ικανά να προμηθεύσουν αξιόπιστες παγκόσμιες μεσοπρόθεσμες προβλέψεις (με εξαίρεση ίσως τις δημογραφικές προβολές μέχρι το 2030). Αυτό δεν αποκλείει, φυσικά, το ότι πρέπει να αποβλέπουμε σε μιαν ανασύνθεση τμηματικών υποθέσεων, ορθολογικά και εμπειρικά ελεγχόμενων για το βαθμό της πιθανότητάς τους.

* Τι πρέπει να κάνουμε; Είμαστε όλοι μετανάστες μέσα στο χρόνο. Μετακινούμαστε από το γνωστό παρόν προς ένα άγνωστο κοινό μέλλον. Κάθε στιγμή χρησιμεύει σαν γέφυρα και ταυτόχρονα σαν τομή σε σχέση με την επόμενη. Χρειαζόμαστε τη μνήμη του παρελθόντος ως εμπειρία και την προσοχή του παρόντος, που τείνει να αποκρυπτογραφήσει το μέλλον. Χρειαζόμαστε, όμως, και το ριψοκίνδυνο άνοιγμα στο μέλλον, την ικανότητα να σκεφτόμαστε το νέο και το εφικτό, στο οποίο μπορούμε να έχουμε πρόσβαση με μια προγραμματική τόλμη ικανή να κινητοποιεί εκείνες τις εφεδρείες ενεργητικότητας που εκδηλώνονται στις στιγμές του κινδύνου.

* Πολλές προβλέψεις δεν πραγματοποιούνται, πολλές ελπίδες μαραίνονται, αλλά εμείς, πεισματικά, συνεχίζουμε να προχωράμε προς τα μπρος, αναδιατυπώνοντας τις προσδοκίες μας. Εξάλλου, τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: