Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Πολιτογράφηση και πολιτισμική ενσωμάτωση των μεταναστών

ΤΟΥ Α.ΛΙΑΚΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Απορρίπτοντας το μεταναστευτικό νομοσχέδιο, o πρόεδρος της ΝΔ δήλωσε ότι «το πρόβλημα των νομίμων μεταναστών στην ελληνική κοινωνία δεν είναι απλά ζήτημα πολιτογράφησής τους. Είναι και θέμα ενσωμάτωσής τους στο σώμα και στον πολιτισμό της χώρας. Των ίδιων και, κυρίως, των παιδιών τους που γεννήθηκαν εδώ...». Ο στόχος του άρθρου αυτού δεν είναι αντιρρητικός. Ο κ. Σαμαράς θέτει ένα γενικότερο ζήτημα. Τη σχέση ανάμεσα στην ιδιότητα του πολίτη και στην κοινότητα μνήμης και εμπειρίας. Ας το συζητήσουμε εξετάζοντας αυτή τη σχέση, η οποία έχει δύο κατευθύνσεις.

Κοινότητα μνήμης και κοινότητα πολιτών

Στην πρώτη, η ιδιότητα του πολίτη ή καλύτερα η κοινότητα των πολιτών απαιτεί επίσης μια κοινότητα βιωμένων ή αποκτημένων μέσω της εκπαίδευσης εμπειριών. Κάθε κοινότητα για να γίνει βιώσιμη χρειάζεται να αποκτήσει ένα ελάχιστο κοινό απόθεμα αναφορών. Αναγνώριση συμβολισμών, στοιχειώδεις κοινές γνώσεις, αποδοχή μιας βασικής δεοντολογίας, κάποιες κοινές στάσεις. Διαφορετικά πρόκειται για κοινότητες που απλώς συμβιώνουν στον ίδιο χώρο. Συμβίωση με εύθραυστη ανοχή στην καλύτερη περίπτωση, με αμοιβαία καχυποψία που μπορεί εύκολα να γίνει ανοιχτή εχθρότητα στη χειρότερη, χωρίς αλληλεγγύη σε κάθε περίπτωση. Ιστορικά, ο ρόλος των εθνικών κρατών, φορές συμμετοχικά, φορές αυταρχικά, ήταν να δημιουργήσουν από ανομοιογενή πληθυσμό ένα λαό. Ετσι δημιουργήθηκε και η σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από μια διαδικασία που δεν έληξε τον 19ο αι., αλλά συνεχίστηκε και μετά το 1922, και στα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτόν το ρόλο έπαιξε η συγκρότηση εθνικής ιστοριογραφίας και εθνικού αφηγήματος, η μεταβίβασή τους μέσω της εκπαίδευσης και η οργάνωση μιας ιστορικής κουλτούρας με σύμβολα, γιορτές και επετείους, μνημεία και μνημονικούς τόπους. Αλλά με τις μεταναστεύσεις της περασμένης εικοσαετίας το ζήτημα τίθεται εκ νέου. Κάθε κοινότητα και η κουλτούρα της ή ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο; Και τι μεγέθους; Εκτεταμένο και παρεμβατικό, στοιχειώδες ή ανύπαρκτο; Τα ερωτήματα αυτά είναι σωστά αλλά ελλιπή, στο βαθμό που αφορούν μόνο την κατεύθυνση που βλέπει την κοινότητα μνήμης ως προϋπόθεση της κοινότητας πολιτών. Η δεύτερη κατεύθυνση λέει ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι απαραίτητη για να υπάρξει κοινότητα μνήμης. Και όχι μόνο η ιδιότητα του πολίτη ως πραγματικότητα, αλλά η ιδιότητα του πολίτη ως προοπτική, ως προσδοκία και επιδίωξη. Γιατί όμως είναι απαραίτητη η προοπτική τού να γίνει κανείς πολίτης προκειμένου να αποκτηθεί ένα κοινό απόθεμα ιστορικών και μνημονικών αναφορών; Πρώτο, γιατί τα κίνητρα για να γνωρίσουμε το παρελθόν και οι αντιλήψεις μας γι΄ αυτό προϋποθέτουν κάποιες προσδοκίες για το μέλλον. Αν το μέλλον είναι σκοτεινό, επισφαλές, επικίνδυνο, τότε τις εικόνες, τις αντιλήψεις και τα συναισθήματα για το παρελθόν τις κατακλύζουν αισθήματα ματαιότητας, αντίδρασης, εκδίκησης και μηδενισμού. Αν στρέφουμε τα νώτα μας στο μέλλον, βλέπουμε το παρελθόν ως περιχαράκωση της ταυτότητάς μας, με αμυντικά ανακλαστικά. Οταν όμως βλέπουμε το μέλλον ως κοινό μέλλον με κάποια αισιοδοξία, το παρελθόν μας το σκεπτόμαστε ως ανοικτό, επικοινωνήσιμο και μεταφράσιμο αφήγημα. Εξάλλου, αν ο άλλος δεν σε σέβεται και δεν υπάρχει ελπίδα να σε αναγνωρίσει ως ισότιμο, γιατί να σεβαστείς και να εκτιμήσεις την ιστορία και τον πολιτισμό του; Αν ο άλλος δεν σου αναγνωρίζει τις δικές σου εμπειρίες, αν δεν εκτιμά τη γλώσσα, την κουλτούρα σου, αν αγνοεί την ιστορία σου, τότε γιατί εσύ θα εκτιμήσεις τη δική του; Αυτά επιτάσσουν το ελάχιστο δικαιοσύνης και συμμετοχής που είναι απαραίτητα για τη συμβίωση.

Η αναγνώριση του διαφορετικού

Είναι ασφαλώς επιθυμητό όσοι ζουν σε αυτή τη χώρα, για να αποκτήσουν επικοινωνία και για να ζήσουν μια καλή ζωή, να μοιράζονται ένα ελάχιστο γλωσσικής ικανότητας, κοινών διανοητικών και συναισθηματικών αναφορών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ιδρύσουμε θεσμούς διά βίου εκπαίδευσης ανοιχτούς, προσιτούς στους μετανάστες. Αλλά προϋποθέτει ευρύτερα μια πολιτισμική στάση που διακρίνεται από αμοιβαιότητα, αλληλοαναγνώριση, μετάφραση. Χρειάζεται η ικανότητα και η θέληση να εντάξουμε στον ιστορικό και πολιτισμικό μας ορίζοντα όχι μόνο τη δυνατότητα της ανάγνωσης και της αναγνώρισης του διαφορετικού, αλλά και να μπορούμε να μεταφράζουμε τις δικές μας εμπειρίες στους κώδικες των άλλων και τις δικές τους ιστορίες στους δικούς μας κώδικες. Εξυπακού εται χωρίς πλέγματα υπεροχής ή μειονεξίας, απαλλαγμένοι από αντιλήψεις για ανώτερους και υποδεέστερους πολιτισμούς.

Αν θέλουμε να είμαστε ταυτόχρονα ρεαλιστές και ανθρωπιστές, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους μετανάστες που θα πολιτογραφηθούν και σε όλους εμάς τους υπόλοιπους, από την άποψη της ιστορικής συνείδησης και κουλτούρας, είναι ότι γι΄ αυτούς, ακόμα κι αν γεννήθηκαν εδώ, το τραύμα τού πώς έφυγαν από τις χώρες τους, κάτω από ποιες συνθήκες ήλθαν και επιβίωσαν ή εξακολουθούν να επιβιώνουν εδώ, είναι πρόσφατο, βιωματικό, επαναλαμβανόμενο. Αντίθετα σε εμάς τα μεγάλα συλλογικά τραύματα, του εμφυλίου και της προσφυγιάς, είναι πίσω από αρκετές δεκαετίες που ζήσαμε ειρηνικά και με σχετική άνεση. Εδώ, στην πληγή, θα πρέπει να βάλουμε τα δάκτυλά μας. Οχι να στριφογυρίζουμε το μαχαίρι με δηλώσεις όπως του προέδρου της ΝΔ για εγκύους που «θα έρθουν εδώ να γεννήσουν τα παιδιά τους για να νομιμοποιηθούν». Πρόκειται για αποστροφές όχι μόνο άσχετες με τη ζοφερή πραγματικότητα τού από πού φεύγει κανείς και πώς φτάνει, αλλά που προξενούν πόνο. Εν τέλει, λυπάμαι που το γράφω, απάνθρωπες.

Τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε

Δεν πρέπει να θεωρούμε αυτονόητο ότι τα γεγονότα της δικής μας ιστορίας και τα στοιχεία της κουλτούρας μας αποκτούν το ίδιο νόημα όταν μεταβιβάζονται σε ανθρώπους με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, γλωσσική και θρησκευτική παιδεία και διαφορετικά βιώματα. Αν άρουμε το αυτονόητο, θα εγκαταλείψουμε τον υπεροπτικό διδακτισμό. Ακόμη περισσότερο θα αναρωτηθούμε για τη νοηματοδότηση της ιστορίας, της εμπειρίας και του πολιτισμού μας όχι μόνο απέναντι στους ξένους που θα πολιτογραφηθούν, αλλά επίσης και ανάμεσα στις διαφορετικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες που συγκροτούν την ελληνική κοινωνία, που δεν είναι καθόλου ενιαία όπως τη φαντάζεται ο επίσημος λόγος. Θα γίνουμε ενδεχομένως ικανοί να δούμε ότι το παρελθόν δεν είναι η αποστεωμένη και απολιθωμένη αποτύπωσή του στα μουσεία και στα βιβλία, αλλά μια ζωντανή κουλτούρα που πάλλεται καθώς διασταυρώνεται με τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις ελπίδες του σώματος των πολιτών στο οποίο μετέχουμε, μέσα στις συγκεκριμένες πραγματικότητες που ζούμε. Οι προκλήσεις του σήμερα είναι μια ευκαιρία για σκεφτούμε πού θέλουμε να πάμε, τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε. Να σκεφτούμε το παρελθόν με αφετηρία το μέλλον, κι όχι το μέλλον δεσμευμένοι από το παρελθόν.

Συμπερασματικά, για να δημιουργηθεί πολιτισμική κοινότητα χρειάζεται ισοπολιτεία και, κατά συνέπεια, συνείδηση πολίτη. Η συνείδηση του πολίτη και η ιστορική συνείδηση είναι χρησιμότερες από την έννοια της εθνικής ταυτότητας. Γιατί η εθνική ταυτότητα είναι παγιωμένη και κλειστή. Αντίθετα, η συνείδηση του πολίτη είναι ανοιχτή και δημιουργική και η ιστορική συνείδηση στοχαστική και ερευνητική. Το ζήτημα δεν είναι να απεμπολήσουμε την εθνική ταυτότητα, αλλά να την εντάξουμε στη συνείδηση του πολίτη, να την αναστοχαστούμε σε ένα περιβάλλον που αλλάζει και μεταβάλλεται. Να δώσουμε στα παιδιά μας τα εφόδια να ζήσουν δημιουργικά και χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις με τη σύγχρονη, ευέλικτη και ευρύχωρη πολλαπλή ταυτότητα που εκ των πραγμάτων αποκτούν.
  • Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: