Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Το χάος κάτω από τα πόδια μας


Της Μαριας Kατσουνακη, Η Καθημερινή, 17/6/2012
Στο τέλος της δεύτερης φάσης μιας εκτεταμένης προεκλογικής περιόδου όπου όλα σχεδόν έχουν ερωτηθεί και απαντηθεί, χωρίς να υπάρχει, ουσιαστικά, καμία διαβεβαίωση για την τύχη της χώρας την επόμενη μέρα, η φωτογραφία του Χάρολντ Λόιντ με έκανε να χαμογελάσω. Η κλασική σκηνή με τον ηθοποιό να κρέμεται από τους δείχτες του ρολογιού ενός ουρανοξύστη, με το χάος κάτω από τα πόδια του. Η ταινία, του 1923, από τις πιο δημοφιλείς του βωβού κινηματογράφου, τιτλοφορείται «Safety last» («Μωρέ, κουράγιο!») και επανακυκλοφορεί αυτήν την εβδομάδα στις αθηναϊκές αίθουσες.
Ο Λόιντ υποδύεται ένα αφελές, ερωτευμένο, χωριατόπαιδο που αναζητάει την τύχη του στη μεγαλούπολη με όνειρο να πλουτίσει. Στην εντυπωσιακή μητρόπολη όμως οι συνθήκες είναι διαφορετικές: αγωνίζεται να πληρώσει το νοίκι, δουλεύοντας σκληρά ως κλητήρας σε ένα κατάστημα. Σε λεπτομερή γράμματα προς τη μνηστή του δε, προσποιείται ότι κατέχει θέση διευθυντή. Η ιστορία αυτής της καλοπροαίρετης εξαπάτησης είναι από τα πιο συνηθισμένα θέματα στον παγκόσμιο κινηματογράφο, που δίνει τροφή στο σεναριογράφο για πολλές ανατροπές, κωμικές καταστάσεις, ηθικά διδάγματα.
Τι συμβαίνει όμως όταν οι αναλογίες αλλάζουν κλίμακα; Οταν στη θέση του Χάρολντ Λόιντ, με τα πόδια να αιωρούνται στο κενό, βρίσκεται μια ολόκληρη χώρα; Και όταν το όνειρο δεν αφορά έναν ήρωα του σελιλόιντ αλλά μια κοινωνία, των Ελλήνων, που πίστεψε στην εύκολη ευμάρεια;

Η πίστη αυτή δεν είναι άμοιρη ευθυνών και ιδιοτέλειας. Εξαπατήθηκαν αλλά και εξαπάτησαν. Και καλούνται, πλέον, να πληρώσουν το τίμημα και αυτοί (μαζί με άλλους). Το τίμημα μιας ανορθολογικής, καταναλωτικής, αυταπάτης, που υφίσταται τις συνέπειες, από τη μια, της ασυδοσίας των αγορών, ως γενικευμένο ευρωπαϊκό κόστος, και από την άλλη της διαπιστωμένης πλέον ελληνικής ιδιαιτερότητας: ένα μείγμα αλληλοϋπονόμευσης, αλληλοεξυπηρετήσεων, πελατειακής συναλλαγής μεταξύ εξουσίας και κοινωνίας. Δεν είναι όλοι οι Ελληνες λαμόγια, φοροφυγάδες, ποικιλοτρόπως ευνοημένοι και χρηματισμένοι. Είναι αρκετοί οι καλόπιστοι, θύματα παραπληροφόρησης, εφησυχασμού και σύγχυσης. Ομως στις σαρωτικές κρίσεις, που προκαλούν αναδιάταξη κοινωνική και πολιτική, ο λογαριασμός δεν κάνει διακρίσεις. Παραδίδεται σε ένοχους και αθώους. Ενα μέρος της οργής και αγανάκτησης του κόσμου προέρχεται από αυτήν ακριβώς την εξισωτική αδικία αλλά και από το γεγονός ότι η κατηγορία των ενόχων απολαμβάνει ακόμη υψηλής προστασίας. Δεν αρκούν οι διαβεβαιώσεις (εμφανίζονται πληθωρικά λίγο πριν από τις εκλογές) ότι αρχίζει ο απηνής διωγμός των φοροφυγάδων, εκείνων που έχουν αγοράσει ακίνητα και διαθέτουν λογαριασμούς στο εξωτερικό. Δεν αρκεί, για την ακρίβεια, καμία διαβεβαίωση. Γι’ αυτό και το σημερινό αποτέλεσμα των εκλογών μπορεί να είναι, στο σύνολό του, απρόβλεπτο.
Ο μεταπολιτευτικός ελληνικός βίος ακολούθησε έναν εύκολο και αδιέξοδο δρόμο. Τα χρήματα έβγαιναν χωρίς μεγάλο βάσανο, με επιδοτήσεις και με ανεξέλεγκτους δανεισμούς. Ο πακτωλός χρημάτων που εισέρρεε επέτρεψε κάθε είδους γιγαντισμό: του κράτους, της κατανάλωσης, της συλλογικής φαντασίωσης. Εφηύραμε ένα παγκοσμίως πρωτότυπο και βιώσιμο σύστημα που συνδύαζε άκοπη εργασία και θνησιγενή ανάπτυξη. Το ελληνικό κράτος στηρίχθηκε πάνω σε μια συντεχνιακή λογική την οποία αναβάθμισε ο Ανδρέας Παπανδρέου με το «κίνημα των μη προνομιούχων». Η κατάργηση των προνομίων, την οποία θα όφειλε να εφαρμόζει κάθε δημοκρατία που σέβεται τον εαυτό της, υποκαταστάθηκε πλήρως από τη διεκδίκηση συνεχώς περισσότερων, με αγαστή συνεργασία κράτους και συντεχνιών. Αυτή η διευρυμένη αναπαραγωγή ανισοτήτων πόση έχει άραγε σχέση με την αξιοκρατία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη;
Η κρίση εμφανίστηκε σχεδόν νομοτελειακά. Και σήμερα καλούμαστε να αποφασίσουμε αν θα προχωρήσουμε στην επώδυνη, ούτως ή άλλως, επόμενη μέρα βίαια και καταστροφικά ή συντεταγμένα με συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων.
Ο Χάρολντ Λόιντ της φωτογραφίας, αγωνίζεται πολύ για τη διάσωσή του. Ψύχραιμα μάλλον γιατί δεν παίζει σε θρίλερ, ξέρει ότι ο πρωταγωνιστής διασώζεται, κάθε γκαγκ που εφευρίσκει προϋποθέτει τεχνική αρτιότητα και υποκριτική δεξιοτεχνία. Δεν συμπεριλαμβάνουμε στα προσόντα το «χάρισμα» του καλλιτέχνη για να μην προσθέσουμε μια μεταφυσική διάσταση σε δεισιδαίμονες καιρούς. Αν, όμως, σκεφτούμε στη θέση του Λόιντ έναν ολόκληρο λαό, τα δεδομένα αλλάζουν δραματικά και η εικόνα χρειάζεται επειγόντως σκηνοθέτη. Οι κρεμασμένοι από τους δείχτες του ρολογιού έχουν ποικίλες αντιδράσεις: άλλοι έλκονται από το κενό και δεν κάνουν καμιά προσπάθεια να βρουν λύση, άλλοι πασχίζουν τόσο άτσαλα με κίνδυνο να παρασύρουν και τους υπόλοιπους στην πτώση, κάποιοι ψυχραιμότεροι αναζητούν την πιο ενδεδειγμένη λύση, ορισμένοι καλούν σε βοήθεια ή προσπαθούν να επιτύχουν τη συνεργασία των περισσοτέρων ώστε να υπάρξουν οι λιγότερες δυνατόν απώλειες.
Στην ταινία, πετάνε στο Λόιντ ένα σχοινί αλλά για να το πιάσει πρέπει να εγκαταλείψει τη «βολική» στάση, με τα δυο του χέρια να κρατούν τον δείχτη του ρολογιού. Ταλαντεύεται με μεγάλο κίνδυνο, αγωνίζεται, δεν τα καταφέρνει. Τη λύση θα βρει μόνος του τελικά.
Ποια θα είναι η επιλογή των Ελλήνων ψηφοφόρων; Πόσο νηφάλια και λογικά μπορούν να αποφασίσουν σε αυτήν την άβολη θέση, με το κενό κάτω από τα πόδια τους, ένα πλήθος να παρακολουθεί σχολιάζοντας σε διαφορετικές γλώσσες, με αντικρουόμενες αντιδράσεις, φωνές που ξεχωρίζουν – των επικεφαλής– που περισσότερο σύγχυση προκαλούν παρά βοηθούν στη λύση της εξαιρετικά επικίνδυνης κατάστασης; Πώς θα αποφύγουν το τραγικό που επιφυλάσσει συχνότατα το μέλλον; Θα ενεργοποιηθούν οι φαντασιώσεις ως αντίδοτο στο τέλος που πλησιάζει, στην επελαύνουσα παρακμή; Θα εναποθέσουν τις ελπίδες τους στην εμφάνιση του μυθικού ήρωα που θα κάνει το θαύμα του, θα παραδοθούν στις σειρήνες του λαϊκισμού; Ή θα συναισθανθούν την τραγικότητα της κατάστασης και θα συνεργαστούν, εξ ανάγκης, για να δώσουν λύση; Αύριο θα ξέρουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: