Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Είκοσι χρόνια από τη «φάτουα» του Χομεϊνί κατά του Σάλμαν Ρούσντι



Σαν σήμερα, πριν από είκοσι χρόνια, ο Αγιατολάχ Χομεϊνί εξέδωσε φάτουα εναντίον του Σάλμαν Ρούσντι. Ο πνευματικός ηγέτης του Ιράν καλούσε τους πιστούς να δολοφονήσουν το συγγραφέα των «Σατανικών Στίχων». Ο συγγραφέας Κέναν Μάλικ, από τους μαχητικότερους υπέρμαχους της ελευθερίας του λόγου, πιστεύει ότι σήμερα έχουμε εσωτερικεύσει τη φάτουα, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε άνευ προηγουμένου φαινόμενα αυτολογοκρισίας.

Κέναν Μάλικ
«Οι επικριτές του Ρούσντι έχασαν τη μάχη, γιατί οι "Σατανικοί Στίχοι" συνέχισαν να εκδίδονται, αλλά κέρδισαν τον πόλεμο γιατί το επιχείρημά τους -ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να λέγονται γιατί μπορεί να θεωρηθούν προσβλητικά- είναι σήμερα η κυρίαρχη άποψη», λέει ο Μάλικ, του οποίου το βιβλίο «From Fatwa to Jihad: The Rushdie Affair and its Legacy» («Από τη φάτουα στην τζιχάντ: Η υπόθεση Ρούσντι και η κληρονομιά της»), κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στη Βρετανία. Ο 47χρονος συγγραφέας, γνωστός ακτιβιστής για τα πολιτικά δικαιώματα, είναι δημιουργός βραβευμένων ντοκιμαντέρ με θέμα το ρατσισμό στη Μ. Βρετανία, αρθρογραφεί συχνά στο βρετανικό Τύπο και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Σάρεϊ.

Απαριθμώντας περιπτώσεις περιστολής της ελευθερίας του λόγου που εκτιμά ότι θα ήταν αδιανόητες πριν από τις 14 Φεβρουαρίου του '89, ο Μάλικ αναφέρεται στην απόφαση πολλών ευρωπαϊκών και αμερικανικών μέσων να μην αναπαράγουν τα δανέζικα καρτούν το 2005, την απόπειρα ματαίωσης της παράστασης του «Ιδομενέα» από την Οπερα του Βερολίνου το 2006, την περσινή απόφαση του Royal Court Theatre του Λονδίνου να μην ανεβάσει μια ελεύθερη προσαρμογή της αριστοφανικής «Λυσιστράτης» που τοποθετείται στον μουσουλμανικό παράδεισο και πρόσφατα την ανακοίνωση του εκδοτικού οίκου «Random House» ότι ακυρώνει την προγραμματισμένη έκδοση μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας της πρώτης γυναίκας του Μωάμεθ, επειδή μια Αμερικανίδα ακαδημαϊκός θεώρησε ότι το βιβλίο γελοιοποιεί την ιστορία της μουσουλμανικής θρησκείας.
  • Ολα αυτά συνδέονται με τη φάτουα κατά του Ρούσντι;
«Βέβαια, γιατί τότε η ιδέα περί προσβολής έγινε μεγάλο ζήτημα. Ηταν μετά την υπόθεση Ρούσντι που όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να ανησυχούν μήπως προσβάλουν τους άλλους. Οχι απαραίτητα επειδή φοβούνται κάποια βίαιη αντίδραση, αλλά από ειλικρινή ανησυχία μήπως είναι ανήθικο να προσβάλεις ιδέες και ευαισθησίες των άλλων. Η κληρονομιά της φάτουα αφορά τους φανατικούς όλων των θρησκειών και όλων των μειονοτικών ομάδων. Η επίδραση της υπόθεσης Ρούσντι εκτείνεται πέρα από το πεδίο της θρησκείας, επηρέασε τον πολιτισμό μας γενικότερα».
  • Λέτε ότι η φάτουα άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ελευθερία του λόγου;
«Η υπόθεση Ρούσντι ήταν ιστορικός σταθμός. Τότε ήρθαν για πρώτη φορά στην επιφάνεια ζητήματα που είναι κεντρικά σήμερα στο δημόσιο διάλογο -η πολυπολιτισμικότητα, το ριζοσπαστικό Ισλάμ, η ελευθερία του λόγου. Επίσης άλλαξε τον τρόπο και τους όρους με τους οποίους πολλοί φιλελεύθεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και συζητούν αυτά τα ζητήματα. Πριν από είκοσι χρόνια, η ιδέα της προσβολής των πεποιθήσεων των άλλων, η σκέψη πως μια παράσταση μπορεί να κατεβεί ή ένα βιβλίο να μην εκδοθεί γιατί μπορεί να προσβάλει κάποιους ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας, δεν περνούσε από το μυαλό κανενός. Σήμερα θεωρείται ευρέως αποδεκτό και αυτονόητο πως δεν πρέπει να προσβάλουμε πρόσωπα που προέρχονται από διαφορετικές κουλτούρες, με αποτέλεσμα και βιβλία να μην εκδίδονται και παραστάσεις να ματαιώνονται. Αυτό που συνέβη είναι πως στο διάστημα των τελευταίων είκοσι ετών η φάτουα εσωτερικεύτηκε, οδηγώντας σε άνευ προηγουμένου φαινόμενα αυτολογοκρισίας».
  • Γιατί όμως ήταν τόσο μεγάλη η επιρροή της φάτουα εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Ποιο ήταν το πολιτικό και πολιτισμικό κλίμα που επέτρεψε στη φάτουα να αποβεί τόσο καθοριστική;
«Είναι περίπλοκη κατάσταση. Με μια έννοια, η υπόθεση Ρούσντι και η κληρονομιά της είναι προϊόν της αποσύνθεσης της Αριστεράς. Το λέω αυτό -όσον αφορά τη Βρετανία βέβαια- γιατί η εικόνα που έχει επικρατήσει είναι πως τα μέλη της εκστρατείας κατά του Ρούσντι ήταν μεσήλικες, συντηρητικοί, θρησκευόμενοι και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου άνδρες, ενώ στην πραγματικότητα πολλοί ήταν νέοι, ενσωματωμένοι και προερχόμενοι από την Αριστερά. Ηταν άνθρωποι που είχαν απογοητευθεί από την πολιτική και ειδικά από τη ριζοσπαστική αριστερά. Τώρα, σε ποιο πλαίσιο συνέβη αυτό; Το πολυπολιτισμικό μοντέλο -που άρχισε να εφαρμόζεται στη Βρετανία στα τέλη των '80s- είχε δημιουργήσει τον χώρο για την ανάδυση του ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Τέτοιος χώρος δεν υπήρχε έως τότε. Είναι μύθος πως οι πολυπολιτισμικές πολιτικές ήταν απαίτηση των μειονοτικών ομάδων.

Οι άνθρωποι της γενιάς μου -μετανάστες δεύτερης γενιάς- δεν ενδιαφερόμασταν για πολιτισμικές διαφορές, αλλά για την πολιτική ισότητα. Τα θέματα που μας απασχολούσαν στις αρχές των '80s ήταν ο έλεγχος της μετανάστευσης, οι ρατσιστικές επιθέσεις, ο εκφοβισμός και οι παρενοχλήσεις από την αστυνομία - καθαρά πολιτικά ζητήματα. Και αναγνωρίζαμε ότι για να κατακτήσουμε πολιτική ισότητα έπρεπε να ενώσουμε τις δυνάμεις με άλλες ομάδες.

Οι ιδέες μας ήταν ριζωμένες στα ιδεώδη του Διαφωτισμού για την ισότητα και τον ορθό λόγο. Και οι εξεγέρσεις των μεταναστών εκείνη την περίοδο εκκινούσαν από τον κοσμικό ριζοσπαστισμό, δεν είχαν σχέση με τη θρησκεία. Στο εσωτερικό των ασιατικών κοινοτήτων τη δεκαετία του '80 υπήρχαν ισχυρά κοσμικά κινήματα, με γνωστότερο το Asian Youth Movement, που δεν αγωνιζόταν μόνο ενάντια στον ρατσισμό, αλλά και στην παραδοσιακή θρησκευτική ηγεσία μέσα στις διαφορετικές ασιατικές κοινότητες. Οταν η κυβέρνηση εισήγαγε το πολυπολιτισμικό μοντέλο, στράφηκε προς τα πιο συντηρητικά στοιχεία των μουσουλμανικών κοινοτήτων, θεωρώντας πως θα συγκρατούσαν και θα σταθεροποιούσαν την κατάσταση».
  • Δηλαδή, το πολυπολιτισμικό μοντέλο της Βρετανίας ουσιαστικά υπονόμευσε τις κινήσεις των κοσμικών μουσουλμάνων, πριμοδοτώντας τον θρησκευτικό συνητηρητισμό;
«Απολύτως. Με αποτέλεσμα να δημιουργήσει μια πιο κατακερματισμένη, φυλετική κοινωνία και να αποδυναμώσει το κοσμικό κίνημα. Τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, κανείς δεν αυτοπροσδιοριζόταν ως μουσουλμάνος. Δεν υπήρχε η έννοια της μουσουλμανικής ταυτότητας, όπως δεν υπήρχε και ενιαία μουσουλμανική κοινότητα. Οι μετανάστες πρώτης γενιάς μπορεί να αισθάνονταν Ινδοί, Πακιστανοί ή Μπανγκλαντέζοι. Οι δεύτερης γενιάς μετανάστες αυτοπροσδιοριζόμασταν ως μαύροι. Γιατί ο χαρακτηρισμός "μαύρος" δεν αφορούσε φυλετικά χαρακτηριστικά, αλλά ήταν ένας πολιτικός όρος ομπρέλα κάτω από τον οποίο χωρούσαν όσοι δεν ήταν λευκοί.

Το πολυπολιτισμικό μοντέλο είπε ότι υπάρχει ένας συγκεκριμένος, μοναδικός τρόπος να είσαι μουσουλμάνος -κι αυτός ο τρόπος έχει σχέση με τη θρησκεία. Το κράτος, προάγοντας σε κύριους συνομιλητές του τους θρησκευτικούς ηγέτες, ενίσχυσε το κύρος τους. Και βέβαια τους έδωσαν δύναμη γιατί προσέφεραν οικονομική ενίσχυση και μοίραζαν τους πόρους χρησιμοποιώντας ως διαύλους τα μουσουλμανικά τεμένη. Οι πολιτικές τακτικές των τοπικών αρχών προσέδωσαν αξιοπιστία στους κληρικούς, οπότε όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν τους εαυτούς τους με όρους θρησκευτικής ταυτότητας -κι αυτό σε μια κλίμακα που δεν είχε προηγούμενο».
  • Πώς εξηγείτε τη στάση αρκετών προοδευτικών ανθρώπων -όπως οι συγγραφείς Τζον Μπέργκερ και Ζερμέν Γκριρ- που αρνήθηκαν να σταθούν στο πλευρό του Ρούσντι, με το σκεπτικό ότι πράγματι είχε προσβάλει εκατομμύρια ανθρώπους;
«Αυτό που αρκετοί προοδευτικοί άνθρωποι φαντάζονται, είναι ότι η μουσουλμανική κοινότητα είναι μια μοναδική ενιαία κοινότητα με μια μοναδική, συγκεκριμένη φωνή. Και ότι αυτή η φωνή είναι η φωνή της θρησκείας. Θεωρούν, λοιπόν, ότι θίγεται σύσσωμη η κοινότητα των μουσουλμάνων. Παραβλέποντας ότι είναι όπως όλες οι άλλες κοινότητες -περιλαμβάνει τεράστια ποικιλία μικρότερων κοινοτήτων, ανθρώπων, αντιλήψεων και τρόπων ζωής. Επιλέγοντας να αγνοήσουν αυτό το κρίσιμο στοιχείο, είναι αυτοί που στην πραγματικότητα πατρονάρουν τους μουσουλμάνους. Εξάλλου, οργανώσεις όπως οι Southall Black Sisters -η πιο γνωστή αντιρατσιστική γυναικεία οργάνωση εδώ και τρεις δεκαετίες- στάθηκαν αμέσως στο πλευρό του Ρούσντι. Πού θέλω να καταλήξω; Στο ότι τα προοδευτικά, κοσμικά στοιχεία της μουσουλμανικής κοινότητας από την πρώτη στιγμή υποστήριξαν τον Ρούσντι. Δικαιώνοντας τους επικριτές του, η Γκριρ, ο Μπέργκερ και άλλοι που συμφώνησαν μαζί τους, στην ουσία υποστήριζαν τα πιο αντιδραστικά και οπισθοδρομικά στοιχεία εναντίον των πιο προοδευτικών».
  • Σήμερα θεωρείται σχεδόν αυτονόητο πως οφείλουμε να αποφεύγουμε να προσβάλουμε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και γενικότερα τις ευαισθησίες ο ένας του άλλου. Εσείς διαφωνείτε. Γιατί;
«Σε μια πλουραλιστική κοινωνία είναι αναπόφευκτο και απαραίτητο να προσβάλλεις κάποιους. Παρεμπιπτόντως, ας σημειώσουμε πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην προτροπή σε άσκηση βίας και στη φραστική προσβολή. Αν αρχίσουμε να απαγορεύουμε τις φραστικές προσβολές, στο τέλος δεν θα μπορούμε να πούμε τίποτα ελεύθερα. Για παράδειγμα, πριν από δύο χρόνια, ο Ικμπάλ Σακράνι, που ηγείτο του Μουσουλμανικού Συμβουλίου της Βρετανίας, είπε ότι η ομοφυλοφιλία βλάπτει την κοινωνία. Η Αστυνομία έκανε τη γελοία κίνηση να διατάξει έρευνα, βάσει του νόμου εναντίον της υποκίνησης μίσους. Τελικά δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες, αλλά σε απάντηση της αστυνομικής έρευνας είκοσι μουσουλμάνοι κληρικοί έβγαλαν ανακοίνωση λέγοντας ότι θα έπρεπε όλοι να είναι ελεύθεροι να λένε τις απόψεις τους χωρίς τον φόβο της δίωξης. Οι ίδιοι είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία ενάντια στον Ρούσντι υποστηρίζοντας τη φάτουα. Και οι ίδιοι είχαν ταχθεί υπέρ της απαγόρευσης των δανέζικων καρτούν.

Στο μεταξύ, κάποιοι ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, ενώ θέλουν να κρίνουν ελεύθερα τους μουσουλμάνους, τάσσονται υπέρ της δίωξής τους όταν εκφράζουν ομοφοβικές θέσεις. Και πολλοί από τους ανθρώπους που υποστήριξαν την ελεύθερη κυκλοφορία των δανέζικων καρτούν, δεν δείχνουν την ίδια ανοχή στα καρτούν που χλευάζουν το Ολοκαύτωμα. Ολη αυτή η κατάσταση δημιουργεί μια ατμόσφαιρα όπου, για παράδειγμα, θεωρείται φυσικό να ξεσηκώνονται ομάδες Μπανγκλαντέζων ενάντια σε ένα μυθιστόρημα -μιλάω για το "Brick Lane" της Μόνικα Αλι- οπότε καταλήγεις να έχεις ένα παζάρι αγανάκτησης και ευθιξίας, όπου όλοι σκανδαλίζονται και αισθάνονται προσβεβλημένοι από τα λόγια όλων των άλλων. Και στο τέλος, κανείς δεν κερδίζει τίποτε.

Νομίζω ότι θα έπρεπε να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να γίνονται προσβλητικοί. Γιατί οποιοδήποτε είδος κοινωνικής προόδου, οποιαδήποτε αλλαγή, προϋποθέτει ότι κάποιες ομάδες θα αισθανθούν προσβεβλημένες. Οι άνθρωποι που παραδοσιακά βρίσκονταν σε θέσεις εξουσίας, πάντα χρησιμοποιούσαν το επιχείρημα περί προσβολής προκειμένου να περιφρουρήσουν τα προνόμιά τους». *


«Η φάτουα ήταν αποτέλεσμα του ανταγωνισμού Σαουδικής Αραβίας - Ιράν για την ηγεμονία του παγκόσμιου Ισλάμ»

«Ο θόρυβος γύρω από το βιβλίο ξέσπασε αρχικά στην Ινδία, όπου το Νοέμβριο του 1988, δύο μήνες μετά την έκδοση των "Σατανικών Στίχων", ήταν προγραμματισμένες γενικές εκλογές. Οι σκληροπυρηνικές ισλαμικές ομάδες, κυρίως η Τζαμάατ-ι-Ισλάμι, χρησιμοποίησε τους "Σατανικούς Στίχους" για να κερδίσει επιρροή. Ο τότε πρωθυπουργός Ρατζίβ Γκάντι δεν θα ήθελε να ρισκάρει να δυσαρεστήσει μια μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων, οπότε διέταξε την απόσυρση του βιβλίου -το αποτέλεσμα ήταν η συζήτηση να περάσει στη Βρετανία, όπου οι διάφορες κοινότητες μουσουλμάνων έχουν μεγάλες κόντρες μεταξύ τους. Τότε ανακατεύτηκε και η Σαουδική Αραβία, που από τη δεκαετία του 1970 χρηματοδοτούσε φονταμενταλιστικές ομάδες σε όλο τον κόσμο. Το φθινόπωρο του 1988, λοιπόν, ξεκίνησε στη Βρετανία η εκστρατεία εναντίον του Ρούσντι, με χρηματοδότηση από τη Σαουδική Αραβία και επικεφαλής Σαουδάραβα διπλωμάτη.

Στο μεταξύ, μετά την ισλαμική επανάσταση του 1979, η Τεχεράνη είχε εξελιχθεί στο κέντρο του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Οπότε οι "Σατανικοί Στίχοι" έγιναν όπλο στον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο χωρών για την ηγεσία του παγκόσμιου Ισλάμ. Η φάτουα ήταν η κίνηση που έκανε το Ιράν για να κερδίσει πλεονέκτημα. Είχε κι άλλους λόγους: έβγαινε ταπεινωμένο από τον πόλεμο με το Ιράκ, ενώ οι μεταρρυθμιστές στο εσωτερικό της χώρας είχαν αρχίσει να αυξάνουν την επιρροή τους».


«Απαγορεύοντας τα ρατσιστικά σχόλια, δεν γλιτώνουμε από το ρατσισμό»

«Ναι, ακόμη και οι ολοφάνερα ρατσιστικές, μισαλλόδοξες απόψεις πρέπει να ακούγονται ελεύθερα. Γιατί αν η ελευθερία του λόγου αφορά μόνο τους ανθρώπους με τους οποίους συμφωνούμε, τότε αυτοακυρώνεται. Αν μπεις στη διαδικασία να μιλάς για επιλεκτική ελευθερία του λόγου, ποιο είναι το όριο; Ποιος το αποφασίζει κάθε φορά; Η ιδέα περί υπεύθυνης άσκησης του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου ήταν πάντα πολύ προσφιλής στην εξουσία. Ή έχεις ελευθερία του λόγου ή δεν έχεις - ημίμετρα δεν χωράνε. Εξάλλου, όταν υποστηρίζει κανείς την ελευθερία του λόγου, δεν σημαίνει καθόλου πως υποστηρίζει και τις απόψεις που εκφράζονται. Οταν όλα ακούγονται ανοιχτά, παίρνουν και τις απαντήσεις που τους αξίζουν. Γιατί, αν απαγορεύσουμε τα ρατσιστικά σχόλια, θα γλιτώσουμε από το ρατσισμό; Γιατί να φοβόμαστε τις ρατσιστικές απόψεις;

Προσωπικά μπορώ ανά πάσα στιγμή να δεχτώ την πρόκληση να αναμετρηθώ, δημόσια, με οποιονδήποτε θέλει να υποστηρίξει ρατσιστικές, εθνικιστικές ή μισαλλόδοξες θεωρίες. Πάρτε παράδειγμα τον Βίλντερς, ο οποίος θα διωχθεί τελικά από την ολλανδική δικαιοσύνη για προσβολή της μουσουλμανικής πίστης και υποκίνηση θρησκευτικού μίσους (σ.σ. Ο αρχηγός του ολλανδικού ακροδεξιού Κόμματος της Ελευθερίας, που έγινε γνωστός πέρσι με το φιλμ του «Φίτνα», έχει χαρακτηρίσει το Κοράνι «φασιστικό βιβλίο», συγκρίνοντάς το με το «Ο Αγώνας μου» του Χίτλερ). Ο άνθρωπος είναι εντελώς αντιδραστικός, οι αντιλήψεις του και οι θέσεις του είναι αποκρουστικές -αλλά αυτό είναι άσχετο. Ναι, η άποψή του για το Ισλάμ είναι απολύτως χονδροειδής. Ομως η προσπάθεια να τον κάνουν να σιωπήσει είναι επίσης αντιδραστική».
  • ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 - 14/02/2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: