Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Aνέτρεψε ισορροπίες στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες

  • Η «Κ» παρουσιάζει σε προδημοσίευση αποσπάσματα από τη «Διαλεκτική Φαντασία»
  • Martin Jay: Η διαλεκτική φαντασία. Μια ιστορία της Σχολής της Φρανκφούρτης και του ΙΚΕ (με προοίμιο του Μαξ Χόρκχαϊμερ και πρόλογο του συγγραφέα για την έκδοση του 1996), πρόλογος - μτφρ.: Φ. Τερζάκης, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009

Η «Διαλεκτική Φαντασία» εκδόθηκε το πρώτον το 1973, στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, και κυκλοφόρησε στη Γερμανία οχτώ χρόνια αργότερα, στις ίδιες εκδόσεις (Fischer) που είχαν στεγάσει το έργο του Μαξ Χόρκχαϊμερ (ο Τ. Β. Αντόρνο προέκρινε τον Suhrkamp).

Μέχρι τα τέλη του ’70, η Σχολή της Φρανκφούρτης και η Κριτική Θεωρία αποτελούσαν μέρος της «ζώσας ιστορίας» της μεταπολεμικής Γερμανίας, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της, αλλά και «θεωρητικό εργαλείο» του φοιτητικού κινήματος. Πολλά μαθήματα είχαν ως θέμα την «κριτική θεωρία», και αρκετοί από τους καθηγητές (ορισμένοι μάλιστα, έχοντας διατελέσει βοηθοί) μπορούσαν να μεταφέρουν σε διδακτικό επίπεδο τη δική τους εμπειρία από το «γερμανικό ’68» και, εν μέρει, από τις παραδόσεις του λεγ. dynamic duo. Ελειπε όμως μία «σύνοψις» για μία σημαντική ακαδημαϊκή και ερευνητική κοινότητα, γύρω από το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών. Με το βιβλίο του Μάρτιν Τζαίυ, η ατραπός προς την ιστορία της Σχολής μετατρέπεται, αργά αλλά σταθερά, σε λεωφόρο. Νέα έργα ακολουθούν, μεταξύ αυτών το εξ ίσου σημαντικό «Η Σχολή της Φρανκφούρτης», του Ρολφ Βίγγερσχάους, ενώ η βιβλιογραφία εμπλουτίζεται και διευρύνεται συνεχώς, με εργο-βιογραφικές μελέτες για τους (άτυπους) ιδρυτές της. Ομως, ο Τζαίυ είναι ο πρώτος, ίσως, μελετητής που επιχειρεί να εντοπίσει το θεωρητικό-ιδεολογικό στίγμα της Σχολής, η οποία θα ανατρέψει τις ισορροπίες στις κοινωνικές επιστήμες, συνδυάζοντας την κοινωνιολογία και τον μαρξισμό με την ψυχανάλυση και την πολιτική οικονομία.

Στο έργο αυτό, ο συγγραφέας επικαιροποιεί την κληρονομιά μιας ξεχωριστής γενιάς διανοουμένων, επανασυνδέοντας τους θεωρητικούς αρμούς με την πνευματική παράδοση, στη γερμανική, αμερικανική και δυτικογερμανική εκδοχή της. Παράλληλα, διερευνά τις τάσεις και τις αντιφάσεις που εκδηλώνονται στους κόλπους της Σχολής (του Ινστιτούτου και της Επιθεώρησης) και, αργότερα, στους επιγόνους της Σχολής. Σημαντική θέση κατέχουν επίσης ο ολοκληρωτισμός, η μαζική κουλτούρα, καθώς και η υποδοχή των θεωριών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, σε σχέση με το διαφωτιστικό πρόταγμα, στο πλαίσιο ενός αναδυόμενου αυταρχισμού, που χαρακτήριζε τις μεταπολεμικές κοινωνίες μέχρι την Πτώση του Τείχους.

Η «Διαλεκτική Φαντασία» συνέβαλε σημαντικά στην τελική θεσμοποίηση μιας ριζοσπαστικής θεωρίας και παραμένει ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα για την κατανόηση ενός σημαντικού θεωρητικού πλαισίου. Η «Καθημερινή» παρουσιάζει σε προδημοσίευση χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο.

Η Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν

Λόγω της αναγνωρισμένης οικονομικής εξάρτησης του Μπένγιαμιν από το Ινστιτούτο, έχει υποστηριχθεί από τους κύκλους της επιθεώρησης Alternative ότι το έργο του αλλοιώθηκε σοβαρά ή ακόμα και λογοκρίθηκε, από τους εκδότες του στη Νέα Υόρκη. Η διατύπωση των δοκιμίων του Μπένγιαμιν τροποποιήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις προς μία λιγότερο ριζοσπαστική κατεύθυνση. Ενα σαφές παράδειγμα ήταν το άρθρο του «Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγιμότητάς του», το οποίο τελείωνε στο αρχικό κείμενο του Μπένγιαμιν με τα λόγια: «Αυτή είναι η πολιτική κατάσταση, την οποία ο φασισμός μεταφράζει σε αισθητική. Ο κομμουνισμός απαντά πολιτικοποιώντας την τέχνη». Αυτά ήταν τα λόγια που εμφανίζονται και στην αγγλική μετάφραση του κειμένου, στο «Illuminations». Ωστόσο, στην εκδοχή του κειμένου που τυπώθηκε στην Επιθεώρηση (Zeitschrift f­r Sozialforschung), ο «φασισμός» έχει αντικατασταθεί από το «δόγμα του ολοκληρωτισμού» και ο «κομμουνισμός» από τις «δημιουργικές δυνάμεις της ανθρωπότητας». Στην ίδια σελίδα, η αρχική φράση «ιμπεριαλιστικός πόλεμος» έχει γίνει «σύγχρονος πόλεμος». Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές γίνονται συνήθως κατόπιν αλληλογραφίας με τον Μπένγιαμιν και όχι αφότου είχε παραδώσει την τελική εκδοχή των κειμένων στο Ινστιτούτο στη Νέα Υόρκη.

Εκείνο που έχει σημασία να κατανοηθεί είναι ότι δεν γίνονταν ειδικά για να φέρουν τον Μπένγιαμιν σε ευθυγράμμιση με μια δογματική Κριτική Θεωρία, αλλά ήταν μάλλον αντανάκλαση της αλληγορικής γλώσσας που χρησιμοποιούσε συχνά η Επιθεώρηση, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν πολιτικές παρενοχλήσεις.

Αντόρνο και τζαζ

Από καθαρά μουσική σκοπιά, έλεγε ο Αντόρνο, η τζαζ ήταν και πάλι εντελώς χρεοκοπημένη. Ο ρυθμός και οι συγκοπές της προέρχονταν από τα στρατιωτικά εμβατήρια, πράγμα που έδειχνε την υπόρρητη σχέση της με τον αυταρχισμό, παρά την απαγόρευσή της στη Γερμανία. Η «κουλ τζαζ» ήταν παρόμοια με τον μουσικό ιμπρεσιονισμό του Ντεμπισί και του Ντίλιους, αλλά αραιωμένη και συμβατικοποιημένη. Το υποκειμενικό στοιχείο της προερχόταν από τη μουσική του σαλονιού, αλλά είχε από καιρό χάσει κάθε αυθορμητισμό. Μάλιστα, κάθε προσπάθεια να επανεισαχθούν στοιχεία αληθινού αυθορμητισμού δεν αργούσε να απορροφηθεί από το πραγματοποιημένο σύστημά της.

Κριτική θεωρία και μαρξισμός

Η Σχολή της Φρανκφούρτης όχι μόνο άφηνε πίσω της τα υπολείμματα μιας ορθόδοξης μαρξιστικής θεωρίας της ιδεολογίας, αλλά και τοποθετούσε υπόρρητα τον Μαρξ στην παράδοση του Διαφωτισμού. Η υπερβολική έμφαση που έδινε ο Μαρξ στον κεντρικό ρόλο της εργασίας ως τρόπου αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου, την οποία ο Χόρκχαϊμερ είχε αμφισβητήσει ήδη στην «D�mmerung», ήταν ο κύριος λόγος αυτής της τοποθέτησης. Σύμφυτη με την αναγωγή του ανθρώπου σε «εργαζόμενο ζώο» ήταν, όπως υποστήριζε, η πραγμοποίηση της φύσης ως πεδίου εκμετάλλευσης στη διάθεση του ανθρώπου. Αν η σκέψη του Μαρξ εκπληρωνόταν, ολόκληρος ο κόσμος θα μεταβαλλόταν σ’ ένα «γιγαντιαίο εργοτάξιο».

  • Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: