Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

«Με κάρφωσε ο θυρωρός του προξενείου»

  • Δύο Ελληνες του Βερολίνου, ο αρχιτέκτoνας-πολεοδόμος Κ. Κουβέλης και ο παιδαγωγός- και αιχμάλωτος της Στάζι- Γ. Μπακαλιός, αφηγούνται συγκλονιστικές στιγμές της νύχτας της 9ης Νοεμβρίου 1989- και όχι μόνο

  • του Α. ΧΕΚΙΜΟΓΛΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Οι σχέσεις της Ελλάδας και της Γερμανίας πέρασαν στον 20ό αιώνα από σαράντα κύματα, με τον πόλεμο, τη μετανάστευση και την Ενωμένη Ευρώπη. Δύο Ελληνες του Βερολίνου, ο αρχιτέκτων- πολεοδόμος κ. Κ. Κουβέλης και ο παιδαγωγός- και αιχμάλωτος της Στάζι- κ. Γ. Μπακαλιός, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει αισίως τέσσερις δεκαετίες στη γερμανική πρωτεύουσα διηγούνται τις αναμνήσεις τους από τη ζωή τους στη Γερμανία και ανατρέχουν στις συγκλονιστικές στιγμές της νύχτας της 9ης Νοεμβρίου 1989 Ο κ.Γεώργιος Μπακαλιός είναι συνταξιούχος κοινωνικός λειτουργός και κατοικεί στο Βερολίνο από το 1966. Μετανάστευσε στη Γερμανία το 1964 με σκοπό να σπουδάσει Ιατρική, όμως βρέθηκε να ασχολείται με την κοινωνική πρόνοια, αρχικά στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Βεστφαλίας και στη συνέχεια στο Βρανδεμβούργο, μέσω του διακονικού έργου της Ευαγγελικής Εκκλησίας. «Το Βερολίνο δεν είχε τότε ακόμη την τεχνογνωσία για τον χειρισμό του ζητήματος της μετανάστευσης. Ετσι, το διακονικό έργο με έφερνε σε επαφή με επιχειρήσεις, με εκπροσώπους της διοίκησης, αλλά και με τους αντιπροσώπους της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής» διηγείται.

Παρ΄ όλο που το Βερολίνο ήταν χωρισμένο στη μέση και οι Γερμανοί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου εκατέρωθεν, αυτό δεν ίσχυε για τους ξένους υπηκόους. Πολλοί Ελληνες επέλεγαν να επισκέπτονται τα Σαββατοκύριακα το Ανατολικό Βερολίνο, διότι ήταν πολύ πιο φθηνό. Σταδιακά, κάποιοι από αυτούς γνώρισαν Γερμανίδες- και όχι μόνο-, συνήψαν δεσμούς και έκαναν οικογένειες. «Συχνά ερχόταν η πληροφορία από το προξενείο ότι κάποιος που είχε πάει στο Ανατολικό Βερολίνο δεν επέστρεφε και γινόταν η παράκληση να επέμβουμε, μέσω του διακονικού έργου και νομικών. Ετσι, πήγαινα στους Ανατολικούς και ερχόμουν σε επαφή μαζί τους για τη διεκπεραίωση των σχετικών υποθέσεων. Είχα γίνειδηλαδήδίαυλος επικοινωνίας» αναφέρει ο κ. Μπακαλιός. Αυτός ήταν ο ένας λόγος. Ο άλλος ήταν μάλλον πιο πρακτικός, ο οποίος όμως στοίχισε στον κ. Μπακαλιό σχεδόν επτά χρόνια της ζωής του.

Οι αναταραχές

«Οταν οι Ελληνες έπρεπε να κατέβουν στην Ελλάδα, αυτό γινόταν μέσω του Μονάχου. Ωστόσο,για να γίνει αυτό, χρειαζόταν να περάσουν μέσω της Ανατολικής Γερμανίας. Ετσι, δεδομένου ότι απαιτείτο βίζα και ότι οι Ελληνες δεν μιλούσαν καλά τα γερμανικά, συχνά χρειαζόταν να επέμβουμε προκειμένου να αρθούν τυχόν εμπόδια. Συνήθως σε δέκα ημέρες ξέραμε τι είχε συμβεί» λέει. Εν τω μεταξύ, τα ελληνικά πολιτικά πάθη διογκώνονταν και στους Ελληνες της Γερμανίας και αποκορυφώθηκαν με τη χούντα, όταν, όπως εξιστορεί ο κ. Μπακαλιός, λόγω του ρόλου του,«οι μεν με έλεγαν “φασίστα” και οι άλλοι “κομμουνιστή”».

Στις φυλακές Μπάουτζεν

«Στις 15 Μαΐου 1970 πήγα με τον πατέρα μου και ένα ανδρόγυνο στο Ανατολικό Βερολίνο για να βγάλουμε βίζα διέλευσης. Μας ακολούθησαν όργανα της Στάζι και με συνέλαβαν για κατασκοπεία. Εγώ τούς έλεγα: β“Δεν θα βρείτε τίποτε. Αυτά είναι ανοησίες”. Υπέστην τεράστια ταλαιπωρία, αλλά και βασανιστήρια από τη Στάζι,όμως αρνιόμουν να υπογράψω. Καταδικάστηκα 12 χρόνια για κατασκοπεία υπέρ της ΚΥΠτον Μάρτιο του 1972 και τον Μάιο του 1973 μεταφέρθηκα στις φυλακές Μπάουτζεν.Εκεί έμεινα ως τις 26 Μαΐου του 1976»αναφέρει. Οι φυλακές Μπάουτζεν δημιουργούν ακόμη και σήμερα ρίγος στους Γερμανούς, αφού λειτουργούσαν υπό την άμεση επίβλεψη του υπουργείου Κρατικής Ασφαλείας, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν.

Το 1976, με την επέμβαση της Δυτικής Γερμανίας αλλά και τη βοήθεια της ελληνικής πρεσβείας (η χώρα μας είχε πια αναγνωρίσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας), ο κ. Μπακαλιός αποφυλακίστηκε, στο πλαίσιο προγράμματος εξαγοράς χρόνου φυλάκισης καταδικασμένων για πολιτικά αδικήματα, που λειτουργούσε μεταξύ των δύο Γερμανιών. «Ημουν τυχερός» λέει ο κ. Μπακαλιός. «Πέρασα όμως έξι χρόνια σε τέλεια απομόνωση, χωρίς παράθυρα, και μου δημιουργήθηκαν προβλήματα στην ομιλία» συμπληρώνει. «Μέσα στη φυλακή χάνεις τον προσανατολισμό και τον εαυτό σου. Χρειάστηκε να επιδείξω μεγάλη δύναμη και πειθαρχία για να αντιμετωπίσω την κατάσταση, αλλά και αργότερα, για να σταθώ στα παιδιά και στη σύζυγό μου, τους οποίους δεν είδα για πολλά χρόνια» επισημαίνει. «Με ευνόησαν η συγκυρία και η βοήθεια του Θεού. Πολλές οικογένειες είχαν διαλυθεί ύστερα από αντίστοιχα περιστατικά. Το χειρότερο ήταν ο πόθος να καλύψω τον χαμένο χρόνο. Ηταν παράλογο. Δεν νιώθω πια ούτε μίσος ούτε ανάγκη για εκδίκηση. Μου έμεινε όμως η πικρία και η αδιαφορία» τονίζει.

Η επανένταξη

«Οταν βγήκα από τη φυλακή, η Ευαγγελική Εκκλησία με επαναπροσέλαβε, όμως από το προξενείο μού είπαν “Μην περιμένετε τίποτε από εμάς, σας δίκασαν 12 χρόνια και σας αποφυλάκισαν σε έξι”, υπονοώντας ότι υπέστην πλύση εγκεφάλου και έγινα κατάσκοπος» λέει. Ο κ. Μπακαλιός συνέχισε το κοινωνικό έργο του, αναπτύσσοντας μεγάλη δραστηριότητα και λειτουργώντας σαν γέφυρα μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας.

Οι φάκελοι της Στάζι

Αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι ο τρόπος με τον οποίο βρέθηκε στις φυλακές Μπάουτζεν, κάτι που ανακάλυψε δεκαετίες αργότερα, όταν τα αρχεία της Στάζι άνοιξαν στο κοινό. Η Στάζι ενδιαφερόταν για συνεργάτες στο Δυτικό Βερολίνο και προσπάθησε να εκμεταλλευθεί ανθρώπους που είχαν φίλους και οικογένεια στο Ανατολικό. Ο προσεταιρισμός γινόταν με ιδιαίτερο σκληρό τρόπο, καθώς άμα τη εξόδω τους από την Ανατολική Γερμανία τούς προειδοποιούσαν ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν για έξι μήνες. Τότε πολλοί, μπροστά στον κίνδυνο να μη δουν τους δικούς τους, ενέδιδαν στα αιτήματα της Στάζι, μετατρεπόμενοι σε πληροφοριοδότες. Κάποιοι, τα ονόματα των οποίων εντόπισε πολύ αργότερα ο Μπακαλιός, τον «κάρφωσαν» ως συνεργάτη της ΚΥΠ στις ανατολικογερμανικές αρχές. Ο πρώτος ήταν θυρωρός της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στο Βερολίνο και οι άλλοι τέσσερις έλληνες οικονομικοί μετανάστες. Μάλιστα με τους δύο εξ αυτών ο κ. Μπακαλιός είχε πολύ καλές σχέσεις. Και όμως τον πρόδωσαν. Κατά την προσωπική του έρευνα στα αρχεία των μυστικών υπηρεσιών εντόπισε μάλιστα στα ονόματα των πληροφοριοδοτών και έλληνες στρατιωτικούς που υπηρετούσαν στο Βερολίνο.

«Δεν θέλησα ποτέ να τους συναντήσω όλους αυτούς. Κατέδιδαν ψεύδη και το κατάλαβαν και οι ίδιοι οι Ανατολικογερμανοί. Το 1982 ο τότε υπουργός Κρατικής Ασφαλείας Εριχ Μίλκε έφτιαξε ειδική επιτροπή για να ασχοληθεί με την υπόθεσή μου. Διεπίστωσαν λοιπόν ότι οι πληροφοριοδότες τους ήταν ηλίθιοι!» συμπληρώνει ο κ. Μπακαλιός. Το 1999 ο εισαγγελέας Δυτικού Βερολίνου διέταξε αυτεπάγγελτη δίωξη κατά του στρατιωτικο οι δύο κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να θυμηθούν την υπόθεση- είχαν περάσει περισσότερα από 20 χρόνια. Τελικώς αθωώθηκαν. Ακόμη, η καταγγελία που έκανε ο κ. Μπακαλιός στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εναντίον ενός εκ των «σπιούνων» της Στάζι στην Ασφάλεια Καλαμάτας (απ΄ όπου κατάγεται ο πληροφοριοδότης) δεν προχώρησε ποτέ.
νταν στα αρχεία της Σ

Τον Οκτώβριο του 1989 ο κ. Μπακαλιός επισκέφθηκε το Αγιον Ορος μαζί με γερμανούς πολιτικούς. Στις 29 του μηνός επέστρεψε στο Βερολίνο και, όπως σημειώνει,«οι ανακατατάξεις ήταν αισθητές». «Αισθανόμασταν ότι ερχόταν ανατροπή,όμως κανένας δεν υπολόγιζε ότι το σύστημα θα κατέρρεε. Το λέγαμε τότε στο Κέντρο Πολιτισμού της κοινότητας ότι “κάτι θα γίνει”.Οι τηλεοράσεις άρχισαν να δείχνουν τους Ανατολικούς να περνούν το τείχος. Ηταν ανείπωτη η χαρά που ένιωθαν. Ηθελαν να βρεθούν με τους Δυτικούς και να επικοινωνήσουν μαζί τους»προσθέτει. Ωστόσο, όπως σημειώνει, η πρώτη τους εμπειρία στη Δύση ήταν προβληματική, αφού έκαναν ουρές έξω από τις τράπεζες για τα 100 μάρκα.«Ελεγαν τότε- και δικαίως- “είναι δυνατόν να περιμένω 40 χρόνια για να βρεθώ έξω από τις τράπεζες;”. Επρεπε να είχε γίνει καλύτερα η ενσωμάτωση,αφού πλέον ο μεν Δυτικογερμανός θεωρεί τον Ανατολικογερμανό “Αλβανό”,ο δε Ανατολικός τον Δυτικό αλαζόνα» συμπληρώνει. Βέβαια, όπως λέει, «ευχαριστούμε την Παναγία που έριξε το Τείχος».

Για το κοινωνικό έργο του, αλλά και για τη συμβολή του στην ελληνογερμανική φιλία, ο κ. Μπακαλιός έχει λάβει τον Μεγαλόσταυρο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Η νέα γενιά δεν ξέρει τι θα πει Τείχος
Ο κ.Κωνσταντίνος Κουβέλης(στη φωτογραφία)είναι αρχιτέκτονας-πολεοδόμος και κατοικεί στο Βερολίνο από το 1965. Εκδίδει το ελληνογερμανικού ενδιαφέροντος περιοδικό «Εξάντας», το οποίο ασχολείται με ζητήματα πολιτικής, παιδείας, πολιτισμού, γλώσσας και επιστημών, καρπός του ομώνυμου συλλόγου που λειτουργεί στο Βερολίνο εδώ και πέντε χρόνια. Μάλιστα, μέσω του «Εξάντα» δρομολογούνται πολιτιστικές δράσεις ενδυνάμωσης των δεσμών μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Τελευταίο δείγμα του συλλόγου είναι η τοποθέτηση πλάκας στο σπίτι όπου διέμεινε οΝίκος Σκαλκώταςστο Βερολίνο.

Σύμφωνα με τον έλληνα αρχιτέκτονα, το σημαντικότερο γεγονός που πυροδότησε τις κοσμογονικές αλλαγές ήταν το «ηθελημένο λάθος» του Γκύντερ Σαμπόφκσι, ο οποίος ενώ μιλούσε προς τα μέσα ενημέρωσης του «ξέφυγε» ότι η διέλευση μεταξύ των συνόρων των δύο Γερμανιών ήταν ελεύθερη. «Μεταδόθηκε απευθείας από την τηλεόραση και το άκουσαν χιλιάδες. Το πρώτο πράγμα που έκαναν όλοι ήταν να πάνε προς τα ως τότε αδιαπέραστα σύνορα. Οι Ανατολικογερμανοί ήταν χιλιάδες και το ξάφνιασμα πρωτοφανές για όλους. Οι φρουροί είχαν πάρει οδηγίες να μην πυροβολήσουν κανέναν. Τα σύνορα άνοιξαν και χιλιάδες ξεχύθηκαν στους δρόμους. Πήγαμε κι εμείς σε δύο συνοριακά περάσματα και γινόταν χαμός!» διηγείται ο κ. Κουβέλης.

«Μπαινοβγαίναμε ελεύθεροι και ήμασταν πάρα πολύ χαρούμενοι. Αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν. Από την επομένη χιλιάδες Ανατολικογερμανοί έκαναν ουρές στις τράπεζες για να πάρουν τα 100 δυτικά μάρκα- το καλωσόρισμα της νέας Γερμανίας» λέει ο κ. Κουβέλης. «Στην πορεία άρχισαν να ρίχνουν το Τείχος. Ο καθένας έριχνε ένα σφυροκόπημα και κρατούσε ένα κομμάτι ως ανάμνηση. Ηταν μοναδικά και ιστορικά γεγονότα. Ενιωθες τον συναισθηματισμό απ΄ όλες τις πλευρές»επισημαίνει ο κ. Κουβέλης. «Ηταν φοβερά συγκινησιακή στιγμή και κράτησε πολλές ημέρες. Είχαν ανέβει πάνω στο Τείχος και ήθελαν να το γκρεμίσουν. Ηταν μια πραγματική λαϊκή επανάσταση. Ο κόσμος βγήκε και απαίτησε αλλαγή» προσθέτει.

«Ωστόσοη Δυτική Γερμανία ουσιαστικά “αγόρασε” ένα νέο κράτος και χρειάστηκε να πληρώσει δισεκατομμύρια μάρκα στους Σοβιετικούς. Και αυτό διότι έχτισαν ολόκληρες πόλεις στη Ρωσία για τον επαναπατρισμό των 400.000 ρώσων στρατιωτών που στάθμευαν στην Ανατολική Γερμανία, ως το 1994, όταν έφυγαν οριστικά» συμπληρώνει. «Εκτοτε γίνεται μια αναδιάρθρωση της ζωής και της οικονομίας, όμως οι Δυτικοί επιβαρύνονται με το λεγόμενο “επίδομα αλληλεγγύης”. Βέβαια, η νέα γενιά δεν ξέρει τι θα πει Τείχος. Τα ίχνη εξαφανίζονται και τα νέα παιδιά έχουν άλλη νοοτροπία. Ταξιδεύουν, μαθαίνουν πράγματα και μιλούν πολλές γλώσσες»λέει.

Είκοσι χρόνια μετά, τα σύννεφα της κρίσης σκιάζουν τη Γερμανία και όλα δείχνουν ότι εφέτος οι άνεργοι θα φθάσουν τα τέσσερα εκατομμύρια. «Το “ψαλίδι” μεταξύ φτωχών και πλουσίων ανοίγει και υπάρχει αβεβαιότητα για το μέλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ψήφοι όλου του αριστερού μπλοκ αυξάνονται» λέει και προσθέτει: «Ωστόσοτο Βερολίνο εξελίσσεται με επενδύσεις που το αναδεικνύουν, όπως η αποπεράτωση του Νέου Μουσείου. Είναι ίσως η μόνη κοσμοπολίτικη γερμανική πόλη και ένας μαγνήτης για τη νεολαία».

Δεν υπάρχουν σχόλια: