Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Ιστορίες κατασκοπείας τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου

  • Ο ρόλος της Τσεχοσλοβακίας και της Ανατολικής Γερμανίας στην οργάνωση παράνομων δικτύων παρακολούθησης και μηχανισμών διείσδυσης σε δυτικές χώρες και ειδικότερα στηνΕλλάδα

  • των N. ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗ - Κ. ΤΣΙΒΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Στο πλαίσιο της κατανομής ρόλων μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό σύστημα η Τσεχοσλοβακία και η Ανατολική Γερμανία, που διέθεταν την οικονομική δυνατότητα και την τεχνολογική υποδομή, ανέλαβαν συστηματικά την οργάνωση και το πατρονάρισμα διεθνών παράνομων δικτύων, υποστήριξαν μηχανισμούς διείσδυσης σε δυτικές χώρες, και διακρίθηκα ν στη συλλογή πολύτιμων πληροφοριών. Είναι αδύνατον να αντιληφθεί κανείς τον ρόλο αυτών των κρατών, αν δεν αντιληφθεί τον κομμουνισμό ως ένα διεθνές σύστημα, με ένα κέντρο, με κοινή στρατηγική και με αλληλεξαρτήσεις.

Η περίπτωση των τσεχοσλοβακικών δικτύων στην Ελλάδα και της παρακολούθησης της ελληνικής πρεσβείας στην Πράγα, που τόσο χαρακτηριστικά αποκαλύπτουν τα αρχεία, δεν είναι ούτε μοναδική, ούτε η εξαίρεση και προφανώς ούτε η σημαντικότερη υπόθεση της περιόδου. Η παρουσίασή της αξίζει όχι μόνο λόγω της εμπλοκής της χώρας μας, αλλά και επειδή μέσα από αυτή την ιστορία μπορεί να αντιληφθεί κανείς τη φυσιογνωμία των σχέσεων Ανατολής- Δύσης στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Στον πεντηκονταετή αυτόν πόλεμο ενεπλάκησαν οι πιο σκοτεινοί μηχανισμοί του ολοκληρωτισμού και ο κομμουνισμός δεν υπήρξε απλώς μια περιπέτεια ιδεών και συναισθημάτων, όπως αρκετοί «αφελώς» θέλουν να υποστηρίζουν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και πάλι θα βρεθούν πολλοί έτοιμοι να τα αρνηθούν όλα. Οπως αρνούνταν μέχρι πρόσφατα τα γκουλάγκ, τις δίκες της Μόσχας, το Κατίν. Ας είναι! Τελικά, ο Ανατολικογερμανός Ε. Χόνεκερ μπορεί να μην είχε τόσο άδικο όταν διαβεβαίωνε το 1989 ότι το Τείχος θα παραμείνει όρθιο για 100 χρόνια ακόμη. Στα μυαλά ορισμένων το Τείχος στέκεται ακόμη καλά στη θέση του.

Στην Αθήνα του ΄50

Οπως σαφώς αναφέρεται στα τσεχικά αρχεία, την περίοδο 1950-1951 στην Αθήνα μετέβησαν κατόπιν εντολής των στελεχών του Διεθνούς Τμήματος της ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας (Πάπεζ και Σύνκοβα) τρία στελέχη της τσεχοσλοβακικής κατασκοπείας με σκοπό να διευκολύνουν την επαφή των«ελλήνων συντρόφων» της Πράγας με αυτούς της Αθήνας.

Οι τσεχοσλοβάκοι κατάσκοποι, όπως αναφέρεται ρητώς στα αρχεία, μετέφεραν στην Αθήνα «υλικό», το οποίο στις δύο πρώτες περιπτώσεις δεν κατόρθωσαν να παραδώσουν στους τελικούς αποδέκτες είτε επειδή δεν βρήκαν τις διευθύνσεις είτε επειδή παρακολουθούνταν και δεν ήθελαν να εντοπιστούν. Στην τρίτη όμως αποστολή, στην οποία συμμετείχε ο Κ., το «υλικό» παραδόθηκε. Ωστόσο, επισημαίνεται στα τσεχικά έγγραφα ότι οι έλληνες σύντροφοι που το παρέλαβαν εντοπίστηκαν από τις ελληνικές αρχές και προδόθηκε η χώρα προέλευσης του υλικού.

Οι ταραγμένες διπλωματικές σχέσεις Αθήνας- Πράγας εμφάνισαν μια κάποια ομαλοποίηση από το τέλος του 1953. Στις 22 Μαρτίου 1954 επαναλειτούργησε για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο η τσεχοσλοβακική πρεσβεία στην Αθήνα. Μαζί με τους πρώτους διπλωμάτες έφτασε στην Αθήνα τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς και ο κ. Ντ., πρώτος «ειδικός απεσταλμένος» της 1ης Διεύθυνσης του τσεχοσλοβακικού υπουργείου Εσωτερικών με τον βαθμό του υπολοχαγού και με την επίσημη ιδιότητα του διπλωματικού ακολούθου. Από το 1955 ο σταθμός της τσεχοσλοβακικής κατασκοπείας ενισχύθηκε με έναν τεχνικό ειδικό σε θέματα κωδίκων, ο οποίος επίσης δηλώθηκε ως προσωπικό της πρεσβείας. Από το 1956 ο τσεχοσλοβακικός σταθμός της Αθήνας εμφάνιζε στο δυναμικό του, εκτός από τους ανωτέρω δύο που δρούσαν με διπλωματική δραστηριότητα, «τρεις πράκτορες και πέντε ιδεολογικούς συνεργάτες».Σημειωνόταν ότι ο σταθμός ήταν προσεκτικός στα πρώτα βήματα της δράσης του και οι πληροφορίες που αποσπούσε αξιολογούνταν ως«ημιπρακτορειακού χαρακτήρα». Στις εκθέσεις επισημάνθηκε ο κίνδυνος να εντοπιστεί η δράση αυτή καθώς «αυξημένο ενδιαφέρον για τη δραστηριότητα των ανθρώπων μας αρχίζει να επιδεικνύει η αμερικανική κατασκοπεία,η οποία ενδιαφέρεται κυρίως για τους εμπορικούς μας αντιπροσώπους,τόσο τους Τσεχοσλοβάκους όσο και τους Ελληνες».

Δεκαετία ΄60: Επιχείρηση «Γεωργία»

Από τα στοιχεία που υπάρχουν στο προσωπικό αρχείο του γενικού γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας και προέδρου της χώρας Αντονίν Νόβοτνι, προκύπτει ότι η ελληνική πρεσβεία στην Πράγα τελούσε για χρόνια υπό τη συστηματική παρακολούθηση των τσεχοσλοβακικών μυστικών υπηρεσιών. Στο αρχείο φυλάσσονται δεκάδες σελίδες που προέρχονται από τηλεφωνικές υποκλοπές, οι οποίες αποκτήθηκαν με την εγκατάσταση «κοριού» στην πρεσβεία.

Μολονότι το πρώτο ντοκουμέντο από τις υποκλοπές καταγράφεται τον Απρίλιο του 1960, είναι βέβαιο ότι η πρεσβεία παρακολουθούνταν από πολύ νωρίτερα. Τα περισσότερα υλικά πηγάζουν από υποκλοπές που πραγματοποιήθηκαν βάσει της λεγόμενης επιχείρησης «Γιρζίνα» (ελληνικά «Γεωργία») που διήρκεσε τουλάχιστον ως τον Ιανουάριο του 1965. Την ευθύνη των υποκλοπών, που είχε τον κωδικό «Πράξη 103», είχε ο 2ος τομέας του τσεχοσλοβακικού υπουργείου Εσωτερικών. Τις απομαγνητοφωνήσεις, όπως συνάγεται από τις υπογραφές ορισμένων εγγράφων, τις έκαναν έλληνες συνεργάτες της τσεχοσλοβακικής Κρατικής Ασφάλειας (StΒ), τα ονόματα των οποίων καταγράφονται με ελληνικά ψευδώνυμα.

Το περιεχόμενο των περισσότερων υποκλοπών (σε ορισμένες περιπτώσεις κατά λέξη μεταφρασμένο, στις περισσότερες σε περίληψη) καλύπτει όλο το εύρος ενδιαφερόντων και συνομιλιών που μπορεί να έχουν ο πρέσβης και τα στελέχη μιας πρεσβείας. Υπάρχουν π.χ. συνομιλίες για τη μαύρη αγορά στην οποία επιδίδονταν ορισμένοι υπάλληλοι της πρεσβείας, εισάγοντας παράνομα δεκάδες κιλά χρυσάφι από τη γειτονική Αυστρία, το οποίο στη συνέχεια διοχέτευαν στη μαύρη αγορά της Τσεχοσλοβακίας, συνομιλίες για τις τιμές των προϊόντων στην τσεχική αγορά, για τους μισθούς της καθαρίστριας και της μαγείρισσας του πρεσβευτή έως και πολιτικές συζητήσεις για την τότε κατάσταση στην Τσεχοσλοβακία ή τις σχέσεις της Πράγας με άλλες χώρες. Το τραγελαφικό είναι ότι ανάμεσα στις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες υπάρχει μία του τότε πρεσβευτή Αβραμίδη με τον Α΄ Γραμματέα της πρεσβείας Σιγούρο την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του πρώτου (20.12.1960), στην οποία και οι δύο εκφράζουν την πεποίθηση ότι «η πρεσβεία τελεί υπό παρακολούθηση»! Στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους οι δύο διπλωμάτες γελούν την ώρα που λένε με στόμφο: «Να δεις που τώρα που μιλάμε αυτοί μάς ακούν!» Ο Σιγούρος μάλιστα αναφέρει ότι προ τετραετίας οι καναδοί διπλωμάτες είχαν ανακαλύψει στην πρεσβεία τους «κοριό». Ο πρεσβευτής τον καθησυχάζει λέγοντας ότι μόλις γνωριστεί καλύτερα με την εκεί αμερικανική πρεσβεία θα καλέσει τους τεχνικούς της για να κάνουν έλεγχο και στην ελληνική πρεσβεία. Ο τσέχος ασφαλίτης με το χέρι συμπληρώνει δίπλα στον απομαγνητοφωνημένο διάλογο ότι«ελέγχους έκαναν πριν και δικοί τους[δηλ. έλληνες]και βρετανοί τεχνικοί χωρίς να μας ανακαλύψουν». Κρούει όμως τον κώδωνα του κινδύνου εν όψει ενός νέου ελέγχου από αμερικανούς τεχνικούς. Οπως φαίνεται, πάντως, ο έλεγχος αυτός είτε δεν πραγματοποιήθηκε είτε έγινε χωρίς να ανακαλύψει τίποτε, καθώς οι υποκλοπές συνεχίστηκαν χωρίς πρόβλημα τουλάχιστον ως τον Ιανουάριο του 1965.

Πέραν των «ακουστικών» υποκλοπών, από το αρχειακό υλικό προκύπτει ότι οι τσεχοσλοβακικές μυστικές υπηρεσίες κατάφεραν να οικειοποιηθούν, άγνωστο πώς, αρκετά έγγραφα που ελάμβανε η πρεσβεία της Πράγας από το ελληνικό ΥΠΕΞ ή αρκετά σήματα που έστελνε ο πρεσβευτής από την Πράγα στην Αθήνα. Η υπόθεση ότι κάποιος ή κάποιοι έβγαζαν τα έγγραφα από την πρεσβεία και τα διοχέτευαν στους Τσεχοσλοβάκους φαντάζει βέβαια ιδιαιτέρως πιθανή.


Μεταξύ των «άκρως απορρήτων» εγγράφων βρίσκονται στα τσεχικά αρχεία και ορισμένα έγγραφα της ελληνικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον. Ενα από αυτά με ημερομηνία 24.10.1963 αφορά συνομιλία-ενημέρωση του διπλωμάτη Καλογερά με τον επικεφαλής του τομέα Βαλκανικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Βέντελερ, για την επίσκεψη του Τίτο στις ΗΠΑ και γενικότερα για την πορεία των αμερικανογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Αλλο ένα έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο πρέσβης Μάτσας στις 13.1.1965, αφορά συνάντηση-ενημέρωσή του από τον ως άνω προαναφερθέντα αξιωματούχο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφορικά με τις σχέσεις των ΗΠΑ με τα περισσότερα βαλκανικά κράτη.

Δεκαετία ΄80: Επιχείρηση «Αμφορέας»

Πέραν της παρακολούθησης της ελληνικής πρεσβείας, η τσεχοσλοβακική αντικατασκοπία επαγρυπνούσε για την ανακάλυψη συνεργατών της ΚΥΠ που δρούσαν στην Τσεχοσλοβακία. Μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις των τσεχοσλοβακικών μυστικών υπηρεσιών για την ανακάλυψη και εξόντωση ελλήνων πρακτόρων αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ΄80. Πρόκειται για την επιχείρηση «Αmfora» (ελληνικά «Αμφορέας»), η οποία ξεκίνησε το 1980 και έληξε, χωρίς επιτυχία τελικά, το 1986. Κατά τη διάρκειά της απασχολήθηκαν δεκάδες τσέχοι μυστικοί πράκτορες, ελέγχθηκαν λεπτομερώς τα στοιχεία όλων των Ελλήνων που ζούσαν εκείνη την περίοδο στην Τσεχοσλοβακία, προκειμένου να σχηματισθεί το «προφίλ» του έλληνα πράκτορα, και χρησιμοποιήθηκαν τα πλέον σύγχρονα μέσα παρακολούθησης και αποκρυπτογράφησης, μη εξαιρουμένης και της παρακολούθησης της ελληνικής πρεσβείας.

Ολα ξεκίνησαν το 1978, όταν οι τσεχοσλοβακικές μυστικές υπηρεσίες έλαβαν σήμα από τις «αδελφές» υπηρεσίες της Βουλγαρίας ότι συνέλαβαν πράκτορα της ΚΥΠ, ο οποίος μετέδιδε απόρρητες πληροφορίες στην Αθήνα με κωδικοποιημένους αριθμούς που αποτύπωνε επάνω σε ταχυδρομικές κάρτες. Οι τσεχοσλοβακικές μυστικές υπηρεσίες έθεσαν λίγο μετά σε εφαρμογή την επιχείρηση «Αμφορέας». Σε πρώτη φάση έλεγξαν όλους τους έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες και φοιτητές που ζούσαν στη χώρα προσπαθώντας να σχηματίσουν το προφίλ των πλέον ύποπτων ατόμων διά της μεθόδου του σταδιακού αποκλεισμού. Παράλληλα έλεγξαν όλες τις επιστολές, ιδιαίτερα τις κάρτες, που ταχυδρομούνταν προς την Ελλάδα.

Από το 1981 άνοιξε ο σχετικός φάκελος της κωδικοποιημένης επιχείρησης «Αμφορέας», στην οποία συμμετείχαν, στον έναν ή άλλο βαθμό, τα πλέον διαφορετικά Σώματα της Ασφάλειας: οι Διευθύνσεις παρακολούθησης πρεσβειών ΝΑΤΟ, η Αντικατασκοπία, η Ομάδα Αντιμετώπισης Εξωτερικών Εχθρών, έως τα ειδικά τμήματα γραφολόγων, αποκρυπτογράφων κτλ. Οι αρμόδιοι αξιωματικοί της Κρατικής Ασφάλειας ζήτησαν ενισχυμένη συνδρομή από το Σώμα Αποκρυπτογράφησης προκειμένου να παρακολουθούνται οι εκπομπές της ΕΡΑ και ειδικότερα η μετάδοση των αριθμημοποιημένων συντεταγμένων και των «οδηγιών προς ναυτιλλομένους», προκειμένου να διαπιστωθεί μήπως κατ΄ αυτόν τον τρόπο μεταδίδονται κωδικοποιημένα μηνύματα προς το δίκτυο των πρακτόρων της ΚΥΠ που δραστηριοποιείται στην Τσεχοσλοβακία!!! Δόθηκε επιπλέον εντολή να τεθεί υπό στενό έλεγχο η ελληνική πρεσβεία, η οποία πιστευόταν ότι ήταν ο συντονιστής του δικτύου των πρακτόρων της ΚΥΠ στην Τσεχοσλοβακία.

Τέλη του 1981- αρχές του 1982 σχηματίστηκε η πρώτη ομάδα «σοβαρά υπόπτων» και άρχισε η συστηματική παρακολούθησή τους. Στον «σκληρό πυρήνα» των υπόπτων περιλαμβάνονταν ορισμένα άτομα, τα οποία ταχυδρομούσαν συχνά κάρτες στην Ελλάδα ή είχαν επισκεφθεί την Ελλάδα κατά τη δεκαετία του ΄70. Μεταξύ των πιθανότερων υπόπτων συγκαταλέγονταν ένα παλαιό μέλος του ΚΚΕ, ένας φοιτητής, μέλος επίσης του ΚΚΕ, ένας έλληνας γιατρός και ένας Σλαβομακεδόνας που αλληλογραφούσε με τη μάνα του που ζούσε σε κάποιο χωριό της Καστοριάς. Οι ύποπτοι αυτοί και ο περίγυρός τους παρακολουθούνταν σχεδόν σε καθημερινή βάση. Ελέγχονταν ανελλιπώς η αλληλογραφία τους και τα προσωπικά τους αντικείμενα. Η τσεχοσλοβακική Κρατική Ασφάλεια έφτασε στο σημείο να σκηνοθετήσει τοποθέτηση μακετών-πυραύλων εντός στρατιωτικής βάσης και να θέσει σε κίνηση ολόκληρη φάλαγγα στρατιωτικών οχημάτων κοντά σε βάση σοβιετικών στρατευμάτων στην Κεντρική Τσεχία, προκειμένου να ελέγξει τις αντιδράσεις ενός εκ των υπόπτων.

Το 1983, την περίοδο όπου γίνονταν έργα στο κτίριο της ελληνικής πρεσβείας, τοποθετήθηκε εκ νέου «κοριός» και πραγματοποιήθηκαν επιλεκτικές ανακρίσεις σε ορισμένους επισκέπτες της πρεσβείας.

Τελικά όλες αυτές οι προσπάθειες απέτυχαν να οδηγήσουν σε «αξιοποιήσιμα στοιχεία». Ετσι το 1986, αφού πραγματοποιήθηκαν ορισμένες συζητήσεις «φρονηματισμού» με ορισμένους υπόπτους, ο φάκελος της επιχείρησης «Αμφορέας» τοποθετείται στο αρχείο. Η Κρατική Ασφάλεια διατυπώνει το συμπέρασμα ότι ή δεν υπάρχει δίκτυο της ΚΥΠ στην Τσεχοσλοβακία ή δουλεύει με τέτοιον ιδανικό τρόπο ώστε καθίσταται αδύνατη η αποκάλυψή του!
Ο κ.Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Ο κ.Κώστας Τσίβος είναι υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου
στην Πράγα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: