Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Τα άγνωστα θύματα: φυγάδες, συνοριακοί φρουροί, ανήλικοι

  • Πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι στα σύνορα μεταξύ των δύο Γερμανιών, μεταξύ του 1949 και του 1989, βρήκαν τον θάνατο είκοσι παιδιά, από τα οποία δεκατέσσερα πέθαναν προσπαθώντας να περάσουν το Τείχος του Βερολίνου

  • της ΓΑΒΡΙΕΛΛΑΣ ΕΤΜΕΚΤΣΟΓΛΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Στις δώδεκα κάθε μεσημέρι, οι καμπάνες του Παρεκκλησίου της Συμφιλίωσης, στην οδό Βernauer Strasse του Βερολίνου, καλούν πιστούς και επισκέπτες του Κέντρου Τεκμηρίωσης του Τείχους του Βερολίνου να παρακολουθήσουν την επιμνημόσυνη τελετή που γίνεται κάθε μέρα, στη μνήμη ενός από τα 136 θύματα που πέθαναν στο Τείχος. Το παρεκκλήσιο, το οποίο εγκαινιάστηκε τον Νοέμβριο του 2000, είναι χτισμένο πάνω στα θεμέλια ενός παλαιότερου, του 1894, το οποίο ανατίναξαν ιθύνοντες της Ανατολικής Γερμανίας το 1985. Από το 1961, το παρεκκλήσιο βρισκόταν στη λεγόμενη «ζώνη θανάτου» και δυναμιτίστηκε για να απελευθερώσει χώρο κοντά στη συνοριακή γραμμή. «Σήμερα θα θυμηθούμε τον Cetin Μert», λέει ο ιερέας, και αρχίζει να διαβάζει από το Βιβλίο των Θυμάτων.

Είκοσι χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το 1989, και 48 χρόνια από την ανέγερσή του, το 1961, οι ιστορίες αρκετών θυμάτων του τείχους εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστες ακόμη και στην ενωμένη πλέον Γερμανία. Οι τραγικοί θάνατοι φυγάδων, οι οποίοι πυροβολήθηκαν καθώς προσπαθούσαν να περάσουν το Τείχος, καθώς και οι θάνατοι οκτώ ανατολικογερμανών συνοριακών φρουρών, έχουν προσελκύσει πολύ περισσότερο την προσοχή απ΄ ό,τι άλλων θυμάτων της εποχής, τόσο από την Ανατολική όσο και από τη Δυτική Γερμανία, που πέθαναν μολονότι δεν είχαν καμία πρόθεση να περάσουν τα σύνορα. Πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι στα σύνορα μεταξύ των δύο Γερμανιών βρήκαν, μεταξύ του 1949 και του 1989, τον θάνατο είκοσι παιδιά, από τα οποία δεκατέσσερα πέθαναν στο Τείχος του Βερολίνου. Σε αυτά συγκαταλέγονται εννέα παιδιά προεφηβικής ηλικίας, τα οποία βρήκαν τον θάνατο στα νερά του ποταμού Spree, στην περιοχή Κreuzberg, ιδιαίτερα κοντά στη γέφυρα Οberbaumbrucke, που αποτελούσε σημείο διέλευσης μεταξύ των δύο χωρών.

Ηταν πέντε χρόνων

Ο Cetin Μert έκλεινε τα πέντε στις 11 Μαρτίου του 1975, Ημέρα της Μητέρας. Ηταν το μικρότερο παιδί μιας οικογένειας τούρκων μεταναστών. Οταν η μπάλα του έπεσε στα νερά του Spree, προσπάθησε να την πιάσει με ένα ξύλο, αλλά έχασε την ισορροπία του κι έπεσε μέσα στο ποτάμι. Αμέσως, στη δυτική όχθη του ποταμού έτρεξαν διασώστες, αλλά οι αξιωματούχοι της ανατολικής πλευράς δεν τους έδωσαν άδεια πρόσβασης. Σαράντα πέντε λεπτά αργότερα, κατέφθασαν ανατολικογερμανοί δύτες, οι οποίοι ξεκίνησαν σχετική έρευνα και τελικά ανέσυραν το πτώμα του μικρού Cetin. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, κατά τη διάρκεια επιμνημόσυνης τελετής στη δυτική όχθη του ποταμού, περίπου δύο χιλιάδες άτομα, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν τούρκοι μετανάστες, άρχισαν να φωνάζουν κατά των φρουρών της Ανατολικής Γερμανίας και στα γερμανικά και στα τουρκικά, κρατώντας πανό που έγραφαν «Κάτω το Τείχος της ντροπής» και άλλα παρόμοια συνθήματα. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στη Δύση αντέδρασαν με έντονο τρόπο, καταδικάζοντας τη «σκληρότητα και την απανθρωπιά της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας», ενώ δεν έλειψαν και αυτοί που κατηγόρησαν την Ανατολική Γερμανία για «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». Από την πρώτη στιγμή της ανέγερσης του Τείχους, οι δυτικές εφημερίδες- τόσο οι «σοβαρές» όσο και οι πιο «λαϊκές»- δεν έπαψαν στιγμή να καταφέρονται ενάντια στο Τείχος. Για τους αρθρογράφους το Ανατολικό Βερολίνο ήταν το «μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης όλων των εποχών», το οποίο διοικούσαν «κόκκινοι ναζί», άμεσοι διάδοχοι των «εκτελεστών των Ες-Ες και των SΑ, που είχαν πρώτοι επινοήσει τη δολοφονική τακτική τού “πυροβολήθηκε κατά τη διάρκεια απόπειράς του να δραπετεύσει”».

Ενώ η Δύση έβλεπε το τείχος που χώριζε το Βερολίνο στα δύο ως «Τείχος του Αίσχους», από την ανατολική πλευρά παρουσιαζόταν ως ένα «ανάχωμα προστασίας κατά του φασισμού»- όρος που πολύ γρήγορα καθιερώθηκε στη γλώσσα της Ανατολικής Γερμανίας. Η επίσημη εφημερίδα του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας, η «Νeues Deutschland», υποστήριζε ότι δυτικοί πράκτορες και υποκινητές επέλεγαν ως στόχους τους ανατολικογερμανούς πολίτες, τους οποίους παρέσυραν με ψευδείς υποσχέσεις ή ακόμη και απήγαν. Μη αντέχοντας περισσότερο, η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας αναγκάστηκε τελικά να χτίσει το Τείχος. Σύμφωνα με έναν ραδιοφωνικό σχολιαστή, «... τα σύνορα με το Δυτικό Βερολίνο έπρεπε να κλείσουν για να προστατευθούν τα παιδιά από απαγωγείς, για να δοθεί ένα τέλος στις δραστηριότητες των απαγωγέων, των πληροφοριοδοτών, των εμπόρων λευκής σαρκός, των προβοκατόρων, των εμπρηστών, των ταραχοποιών και των κερδοσκόπων».

Θα συνθλίψουν τα κρανία τους

Οσοι δεν σέβονται τη δύναμη της Ανατολικής Γερμανίας, θα «συνθλίψουν τα κρανία τους» πάνω της, απειλούσε ο Κarl-Εduard von Schnitzler, επικεφαλής της ανατολικογερμανικής προπαγάνδας το 1965. Οπως έδειξαν πρόσφατες έρευνες, όταν αυτά τα κρανία ήταν παιδιών ή εφήβων, η Στάζι (η μυστική αστυνομία της Α. Γερμανίας) έκανε τα πάντα για να συγκαλύψει τους θανάτους τους, πράγμα που εξηγεί- εν μέρει- γιατί δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα γι΄ αυτούς. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η δολοφονία του 10χρονου Joerg Ηartmann και του 13χρονου φίλου του Lothar Schleusener. Τα παιδιά, που και τα δύο είχαν γεννηθεί στο Ανατολικό Βερολίνο, σκοτώθηκαν στις 14 Μαρτίου του 1966, στην περιοχή του Πάρκου Τreptow στο Α. Βερολίνο, σε μια τάφρο που διέσχιζε τη συνοριακή ζώνη. Οι φρουροί, οι οποίοι δεν αναγνώρισαν τα παιδιά μέσα στο σκοτάδι, πυροβόλησαν εναντίον τους με αποτέλεσμα οι δύο ανήλικοι να δεχτούν πάνω από 40 σφαίρες. Αργότερα έγινε γνωστό ότι ο Joerg είχε πει στους φίλους του ότι ήθελε να επισκεφθεί τον πατέρα του στο Δυτικό Βερολίνο, τον οποίο δεν είχε ποτέ γνωρίσει. Ο Lothar πρέπει να συμφώνησε να τον συνοδεύσει. Οταν ενημερώθηκε για το επεισόδιο, ένας στρατηγός της Στάζι εκφώνησε λόγο προς τιμήν των φρουρών που πυροβόλησαν τα δύο αγόρια. Σύμφωνα με μαρτυρίες, συνέκρινε τα επιτεύγματά τους στη μάχη κατά της «βίας του καπιταλισμού» με εκείνα των κομμουνιστών μαχητών στο Βιετνάμ. Το πτώμα του Joerg Ηartmann αποτεφρώθηκε με πιστοποιητικό θανάτου που έφερε την ψευδή ημερομηνία θανάτου 15 Μαρτίου. Ο Lothar Schleusener δεν

εμφανίζεται καθόλου στα επίσημα έγγραφα. Το πτώμα του αποτεφρώθηκε ανώνυμα- με ψευδή ημερομηνία θανάτου, 19 Οκτωβρίου 1966- ως «επιστημονικό υλικό» (όρος που εχρησιμοποιείτο κατ΄ ευφημισμό για να περιγράψει ανθρώπινα μέλη που «περίσσευαν» από ιατρικές εργασίες). Η γιαγιά του Joerg Ηartmann κλήθηκε και ενημερώθηκε από την αστυνομία για τον δήθεν πνιγμό του παιδιού σε γειτονική λίμνη και πως το πτώμα του είχε πιαστεί στην προπέλα ενός πλοίου. Της είπαν ότι το πτώμα ήταν σε κακή κατάσταση και ότι υπήρχαν φόβοι για τη δημόσια υγεία, γι΄ αυτό οι Αρχές είχαν προβεί στην αποτέφρωσή του· της παρέδωσαν μια τεφροδόχο με τις στάχτες του εγγονού της. Η αστυνομία ενημέρωσε επίσης τη μητέρα του Lothar ότι ο γιος της είχε πεθάνει από ηλεκτροπληξία και παρέδωσε και σε εκείνη μια τεφροδόχο. Η μητέρα του Joerg πέρασε την υπόλοιπη ζωή της σε άσυλο. Η μικρότερη αδελφή του, που τότε ήταν μόλις δύο ετών, δόθηκε για υιοθεσία, χωρίς τη συγκατάθεση της γιαγιάς τους, κατά πάσα πιθανότητα ως τιμωρία για τις ερωτήσεις της σχετικά με τον θάνατο του μεγάλου της εγγονού. Στη γιαγιά επιτράπηκε να κρατήσει το μεσαίο παιδί, ένα αγόρι. Αδελφός και αδελφή μπόρεσαν να συναντηθούν ξανά μόλις στα μέσα της δεκαετίας του 1990.

Ενα ακόμη τραγικό και σχεδόν ξεχασμένο επεισόδιο του Τείχους ήταν η δολοφονία του 30χρονου Dieter Βeilig, στις 2 Οκτωβρίου του 1971. Ηταν ένας από τους λεγόμενους «τειχοβάτες», που στη συντριπτική πλειονότητά τους ήταν νέοι άντρες που διέσχιζαν τα σύνορα που χώριζαν το Βερολίνο χωρίς άδεια, αλλά με διαφορετική από την καθιερωμένη κατεύθυνση. Οι περισσότεροι σκαρφάλωναν το τείχος από τη δυτική πλευρά του, πηδούσαν στην άλλη και παραδίνονταν στους ανατολικογερμανούς φρουρούς. Πριν πηδήξουν, μερικοί στέκονταν ή περπατούσαν στην κορυφή του τείχους επιδεικτικά. Τα κίνητρα των ατόμων αυτών ήταν ποικίλα. Για κάποιους ήταν μια μορφή διαμαρτυρίας κατά της διαίρεσης της πόλης ή κατά του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας. Αλλοι είχαν πιο προσωπικούς λόγους, για παράδειγμα, ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή στη μοίρα αγαπημένων προσώπων από την άλλη πλευρά του τείχους. Κάποιοι άλλοι βρέθηκαν εκεί έπειτα από τη χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών. Ο Dieter ανέβηκε το τείχος και πήδηξε στην Ανατολική Γερμανία φωνάζοντας «Ενωμένη Γερμανία». Συνελήφθη από συνοριοφύλακες και πυροβολήθηκε ενώ προσπαθούσε να δραπετεύσει από το παλαιό κτίριο της Ακαδημίας των Τεχνών, στην περίφημη Ρariser Ρlatz του Βερολίνου. Αποτελεί ειρωνεία το ότι ο Βeilig, ένας άνθρωπος που αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του προσπαθώντας να μη λησμονηθούν τα θύματα του Τείχους, αποτέλεσε ο ίδιος ίσως το πιο ξεχασμένο από τα θύματά του.

Αμετανόητος στο δικαστήριο

Στη δεκαετία του 1990, στο πλαίσιο των δικών που ακολούθησαν την ενοποίηση της Γερμανίας, 297 άτομα παραπέμφθηκαν σε δίκη με 133 κατηγορίες που αφορούσαν πράξεις βίας που διαπράχθηκαν στο Τείχος του Βερολίνου. Εβδομήντα οχτώ από τους κατηγορουμένους απαλλάχθηκαν από κάθε κατηγορία, ενώ όσοι κρίθηκαν ένοχοι έλαβαν μικρές ποινές. Αυτό παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με μια ετυμηγορία, οι «βασικές αρχές της ανθρωπότητας» ίσχυαν και στην άλλη πλευρά του τείχους και οι φρουροί της Ανατολικής Γερμανίας θα έπρεπε να είχαν καταλάβει ότι πυροβολώντας με τα ημιαυτόματα όπλα τους «... επεδείκνυαν πλήρη περιφρόνηση για το υψηλότερο όλων των δικαιωμάτων, το δικαίωμα της ζωής». Παρ΄ όλα αυτά, το 1997, ο Siegfried Β., που ήταν ο μόνος επιζών από την ομάδα των φρουρών που πυροβόλησαν τον 10χρονο Joerg Ηartmann και τον 13χρονο Lothar Schleusener, έλαβε την αμελητέα ποινή φυλάκισης 20 μηνών με αναστολή. Μια άλλη δίκη, έξι στρατηγών της συνοριακής φρουράς, διήρκεσε από τον Οκτώβριο του 1995 ως τον Σεπτέμβριο του 1996 και οδήγησε στην καταδίκη του 66χρονου Κlaus-Dieter Βaumgarten, τελευταίου επικεφαλής της συνοριακής φρουράς της Ανατολικής Γερμανίας και άλλων πέντε ανώτατων αξιωματικών του Σώματος. Ο Βaumgarten, που εμφανίστηκε εντελώς αμετανόητος στο δικαστήριο, καταδικάστηκε σε φυλάκιση εξίμισι ετών για ανθρωποκτονία, ενώ οι άλλοι πέντε στρατηγοί έλαβαν ποινές διάρκειας τριών και τεσσάρων ετών για συνέργεια.

Δεν έζησαν όμως όλοι οι συγγενείς των θυμάτων τού τείχους την κάθαρση και την ικανοποίηση να δουν τους υπευθύνους για τους θανάτους των συγγενών τους να δικάζονται. Ετσι, παρέμειναν στην αφάνεια οι περιπτώσεις που ο θάνατος οφειλόταν σε ατύχημα, άσχετα αν η ψυχροπολεμική κατάσταση ήταν υπεύθυνη για τη μοιραία έκβαση. Εφόσον δε μπορούσαν να αποδοθούν ποινικές ευθύνες για κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, δεν μπορούσαν φυσικά να κινηθούν νομικές διαδικασίες. Για τούτο, ο θάνατος του πεντάχρονου Cetin Μert δεν έγινε ποτέ θέμα δημοσίων συζητήσεων μετά το 1990, πράγμα που πιθανότατα αντικατοπτρίζει όχι μόνο τη νομική πραγματικότητα, αλλά και τη σχετική περιθωριοποίηση της τουρκικής μειονότητας τόσο στο Βερολίνο όσο και σε όλη την ενωμένη Γερμανία.

«Μπορεί να μην είναι μια πολύ καλή λύση, αλλά ένα τείχος είναι καλύτερο από έναν πόλεμο», λέγεται ότι είπε στους συμβούλους του ο πρόεδρος Κένεντι, το 1961, όταν άρχισε να χτίζεται το Τείχος. Κανείς δεν επιθυμούσε μια ένοπλη αναμέτρηση με τη Σοβιετική Ενωση, και το δικαίωμα των Ανατολικογερμανών να βγουν από το Ανατολικό Βερολίνο ήρθε σε δεύτερη μοίρα. Ο κόσμος είχε αλλάξει άποψη το 1989, και η μήκους 156 χιλιομέτρων «ζώνη θανάτου» πήρε τέλος με την κατεδάφιση του Τείχους, σηματοδοτώντας το τέλος της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της διαίρεσης της Γερμανίας.

Η κυρία Γαβριέλλα Ετμεκτσόγλου είναι ιστορικός. Εχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και είναι ειδικευμένη στην οικονομία των Ναζί στην Ελλάδα της Κατοχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: