Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Αντιμέτωποι με την κρίση


ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Η δραματική οικονομική κρίση που ξέσπασε αρχικά στην Αμερική, για να συμπαρασύρει γρήγορα την Ευρώπη και να απειλεί σήμερα με αποσταθεροποίηση την παγκόσμια οικονομία, σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, ίσως και το τέλος του αμερικανικού ή αγγλοσαξονικού μοντέλου του καπιταλισμού, όπως το γνωρίσαμε στις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ο Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς δήλωσε χαρακτηριστικά ότι η κατάρρευση της Γουόλ Στριτ τού θυμίζει την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Τότε κατέρρευσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» και σήμερα πεθαίνει, όχι απλώς μια ορισμένη μορφή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά και ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός της αγοράς. Πώς αλλιώς μπορούμε, αλήθεια, να περιγράψουμε το θλιβερό και παράδοξο θέαμα των ακραίων νεοφιλελεύθερων, που κρατούν το πηδάλιο της αμερικανικής οικονομίας, οι οποίοι υποχρεώνονται μέσα σε λίγες μέρες να παρέμβουν για να εθνικοποιήσουν πρώτα δύο κολοσσούς της στεγαστικής πίστης, τη Fannie Mae και τη Freddie Mac, κι έπειτα έναν ασφαλιστικό γίγαντα, όπως η American International Group;
Πανικόβλητη η ρεπουμπλικανική κυβέρνηση σπεύδει να φορτώσει στις πλάτες των Αμερικανών φορολογουμένων ένα ανυπολόγιστο βάρος, προκειμένου να αποτρέψει το μοιραίο κραχ, την πτώση των μεγαλύτερων χρηματοπιστωτικών θεσμών και το συνακόλουθο κύμα πανικού που θα παρέλυε την οικονομική ζωή.
Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και πάλι, σε ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στις 15-7-08, πριν ξεσπάσει ανοιχτά η μεγάλη κρίση, σημείωνε ανάμεσα στ' άλλα: «Ο κόσμος δεν υπήρξε ευνοϊκός απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, απέναντι σε εκείνη τη μυριάδα ιδεών που βασίζονται στην αντίληψη ότι οι αγορές αυτοδιορθώνονται, κατανέμουν αποτελεσματικά τους πόρους και υπηρετούν καλά το δημόσιο συμφέρον Αυτός ο φονταμενταλισμός της αγοράς υπήρξε η προϋπόθεση του θατσερισμού, των ριγκανόμικς και της λεγόμενης "συναίνεσης της Ουάσιγκτον" υπέρ της ιδιωτικοποίησης, της φιλελευθεροποίησης και της αποφασιστικής επικέντρωσης των ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών στον στόχο της συγκράτησης του πληθωρισμού». Και αφού παρέθετε έναν σφαιρικό καταστροφικό απολογισμό της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ο Στίγκλιτς κατέληγε με τη φράση: «Ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός της αγοράς υπήρξε πάντοτε μια πολιτική θεωρία στην υπηρεσία συγκεκριμένων συμφερόντων. Δεν υποστηρίχτηκε ποτέ από μιαν οικονομική θεωρία ούτε και επιβεβαιώνεται από μιαν ιστορική εμπειρία. Το να αφομοιώσουμε μια για πάντα αυτό το μάθημα θα μπορούσε να αποκαλυφθεί ότι είναι η μικρή ακτίνα φωτός σε ένα μαύρο σύννεφο που σκιάζει ήδη την παγκόσμια οικονομία».
Με αυτή την έννοια η παρούσα κρίση, παρά τις δραματικές επιπτώσεις της και το ακριβό τίμημα που θα κληθούν να πληρώσουν δισεκατομμύρια εργαζόμενοι σε ολόκληρο τον κόσμο, αντιπροσωπεύει ίσως και μιαν ευκαιρία να τερματιστεί η τριαντάχρονη κυριαρχία εκείνης της «μετα-ιδεολογίας», που υπαγορεύει τις δεσμευτικές εντολές της σε όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις του κόσμου. Τι μας έλεγαν, πράγματι, οι κυβερνώντες και οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ όλα αυτά τα χρόνια; Μας έλεγαν ότι «δεν έχουμε άλλη επιλογή», ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο» από το να συμμορφωθούμε στις επιταγές της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, όσο διαφορετικές και αν ήταν οι καταστάσεις και ο βαθμός ανάπτυξης, η συνταγή της οικονομικής πολιτικής ήταν παντού η ίδια: ανταγωνιστικότητα, προτεραιότητα στην καταπολέμηση του πληθωρισμού και στη μείωση των ελλειμμάτων, απελευθέρωση των αγορών, μείωση της φορολόγησης του κεφαλαίου, ιδιωτικοποιήσεις, ευελιξία της εργασίας, απορύθμιση. Η δυναμική που οργανώνει και ενισχύει η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι εκείνη της παρόξυνσης του ανταγωνισμού ανάμεσα στα άτομα, τις επιχειρήσεις, τα κράτη και τις εθνικές οικονομίες. Η απαίτηση για προσαρμογή στις επιταγές της παγκόσμιας αγοράς επιβάλλει την προτεραιότητα του οικονομικού στοιχείου σε σχέση με το πολιτικό, των οικονομικών ελευθεριών σε σχέση με τις πολιτικές ελευθερίες. Η πολιτική εμφανίζεται έτσι αδύναμη μπροστά σε φαινόμενα όπως η αύξηση των ανισοτήτων, η διάδοση της επισφαλούς εργασίας και της φτώχειας, όχι μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά ακόμη και στο εσωτερικό των πλούσιων χωρών.
Ο νεοφιλελεύθερος μονόδρομος δικαιολογείται συνήθως με το επιχείρημα ότι, αφού κανένα έθνος δεν διαθέτει τη δύναμη να ρυθμίσει και να χαλιναγωγήσει τον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό, η πολιτική είναι υποχρεωμένη να υπακούει στα κελεύσματα των αγορών. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία εμφανίζει την εξέλιξη του κόσμου σαν να είναι μοιραία προκαθορισμένη από κάποιους νόμους της οικονομίας ή από την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Αποκρύπτει έτσι ότι, κατά κανόνα, αυτή η εξέλιξη είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης, στην οποία οι πολιτικές επιλογές έχουν ουσιώδη σημασία. Η ίδια η αποχαλίνωση και παρόξυνση του γενικευμένου ανταγωνισμού είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών των κυβερνήσεων, οι οποίες ήδη από τη δεκαετία του 1970 κατάργησαν θεσμούς και δημόσιες ρυθμίσεις που καθόριζαν μέχρι τότε τους κανόνες, τον χαρακτήρα και την ένταση του διεθνούς οικονομικού παιχνιδιού.
Η ιστορία είναι λίγο ώς πολύ γνωστή. Η δεκαετία του 1970 σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, εκείνης του εθνικού κεϊνσιανισμού που μεταφράστηκε πολιτικά με το σοσιαλδημοκρατικό κράτος πρόνοιας στην Ευρώπη και με το New Deal στην Αμερική. Ο κεϊνσιανισμός εγκαταλείφτηκε τότε επειδή οι παραδοσιακές συνταγές του δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν τον στασιμοπληθωρισμό, που προκλήθηκε από την κατάργηση των συμφωνιών του Μπρέτον Γουντς και την πετρελαϊκή κρίση που ακολούθησε. Στο πάνθεον των οικονομικών θεωριών η εικόνα του Τζον Μέιναρντ Κέινς αντικαταστάθηκε από εκείνη του Μίλτον Φρίντμαν, του πνευματικού πατέρα των Chicago boys, που διέδωσαν τον λόγο του σε ολόκληρο τον κόσμο, ξεκινώντας από τη Χιλή του Πινοσέτ. Η Μάργκαρετ Θάτσερ στο Λονδίνο και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν στην Ουάσιγκτον αναγόρευσαν την απελευθέρωση και την απορύθμιση των αγορών σε οικονομικό ευαγγέλιο ολόκληρης της Δύσης. Η απελευθέρωση της οικονομίας από το βάρος του ζημιογόνου κρατικού παρεμβατισμού έγινε το σύνθημα του διεθνούς νεοσυντηρητισμού.
Ενώ η κρίση της δεκαετίας του 1930 είχε ερμηνευτεί ως αποτυχία του κυρίαρχου τότε οικονομικού φιλελευθερισμού και είχε οδηγήσει σε μιαν αυξανόμενη παρέμβαση του κράτους, η κρίση της δεκαετίας του 1970 κατέστησε αναξιόπιστες τις δημόσιες πολιτικές και ευνόησε την πολιτική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη δυσφορία για ορισμένες υπαρκτές αρνητικές πλευρές του κρατισμού, όπως ήταν λ.χ. η τάση για αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, η μη παραγωγική χρήση των πόρων σε ορισμένες περιπτώσεις, η πελατειακή φεουδοποίηση του κράτους από τα κόμματα εξουσίας, η ύπαρξη συντεχνιακών προνομίων, η τάση να ευνοούνται παρασιτικά στρώματα, το βάρος των δαπανηρών και ελάχιστα αποτελεσματικών γραφειοκρατιών κ.ά.
Η σφοδρή κριτική σε αυτές τις αρνητικές όψεις επισκίασε τον αναγκαίο και θετικό ρόλο της κρατικής παρέμβασης σε μια σειρά τομείς. Πήραν, αντιθέτως, το προβάδισμα ο εγκωμιασμός της ιδιωτικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και η επιδίωξη της φιλελευθεροποίησης και της ιδιωτικοποίησης.
Στη δεκαετία του 1980, όλες σχεδόν οι αναπτυγμένες χώρες εγκατέλειψαν η μία μετά την άλλη τα πολλαπλά εργαλεία δημόσιας δράσης που είχαν αναπτυχθεί μεταπολεμικά (μακροοικονομικές πολιτικές, βιομηχανική πολιτική, κοινωνική προστασία, ρύθμιση και έλεγχος των αγορών, δημόσια επιχειρηματική δραστηριότητα, φορολόγηση του πλούτου και αναδιανομή κ.λπ.). Οι περισσότερες κυβερνήσεις υιοθέτησαν τα μονεταριστικά δόγματα και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να μειώσουν το «βάρος» και τον ρόλο του κράτους. Ακόμα και οι κυβερνήσεις της σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς ή της Κεντροαριστεράς θυσίασαν τον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης στον βωμό της ανταγωνιστικότητας και εφάρμοσαν πολιτικές που δεν απέκλιναν ουσιαστικά από το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα. Ορισμένοι μάλιστα θεωρητικοί ή πολιτικοί ηγέτες της «εκσυγχρονιστικής» Αριστεράς εμφάνισαν αυτή την παραίτηση σαν ανανέωση, ταυτίζοντας έτσι τον εκσυγχρονισμό της σοσιαλδημοκρατίας με την υποτελή αποδοχή της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, με τις ιδιωτικοποιήσεις, την αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας, την ευελιξία της εργασίας, δηλαδή με «φιλελεύθερες» μεταρρυθμίσεις που μοιάζουν πολύ με εκείνες που προωθεί και η συντηρητική παράταξη.
Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο θα εφαρμοστεί με καταστροφικές επιπτώσεις και στις αναπτυσσόμενες χώρες μέσα από προγράμματα και πολιτικές που προώθησαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα. Στη δεκαετία του 1990 θα επιβληθεί και στην Ανατολική Ευρώπη ως το υπόδειγμα πολιτικής που εμπνέει τη μετάβαση των χωρών του πρώην σοβιετικού συνασπισμού στην οικονομία της αγοράς. Αυτή η παγκόσμια επέκταση της οικονομίας της αγοράς συνοψίζεται συνήθως με τον όρο «παγκοσμιοποίηση».
Με την απελευθέρωση των οικονομικών συναλλαγών και της κίνησης των κεφαλαίων δημιουργήθηκε μια μεγάλη παγκόσμια και ανοιχτή χρηματοπιστωτική αγορά. Κυνηγώντας το γρήγορο και εύκολο κέρδος, οι κυρίαρχοι χρηματοπιστωτικοί κύκλοι κυκλοφόρησαν σε αυτή την αγορά μια πολλαπλότητα νέων «προϊόντων». Η απορύθμιση και η απελευθέρωση των αγορών γέννησε πολλές διεθνείς οικονομικές κρίσεις στη Λατινική Αμερική, στη Νότια Ασία, στη Ρωσία και αλλού. Μια ιδιαιτερότητα της σημερινής κρίσης είναι το ότι δεν ξέσπασε στην περιφέρεια του διεθνούς οικονομικού συστήματος, αλλά πλήττει κατευθείαν το μητροπολιτικό του κέντρο.
Η παρούσα κρίση καταρρίπτει ένα προς ένα τα κυριότερα αξιώματα του νεοφιλελευθερισμού και κονιορτοποιεί τις βασικές ιδέες που είχαν αποτελέσει την πυξίδα τόσων κυβερνήσεων στα τελευταία τριάντα χρόνια. Το εύρος και ο χαρακτήρας των δημόσιων παρεμβάσεων, που γίνονται σήμερα υπό την πίεση μιας επείγουσας ανάγκης, καταδεικνύουν ότι η ιδέα του νεοφιλελεύθερου «μονόδρομου», η περίφημη ΤΙΝΑ (There Is Νο Alternative), ήταν ένας μύθος που υπηρετούσε τα συμφέροντα της πλουτοκρατίας. Επιβεβαιώνεται ότι υπάρχουν πάντα και άλλες επιλογές, ότι ο γενικευμένος οικονομικός πόλεμος, που ευνοεί την επικράτηση των ισχυρών, δεν είναι μια μοιραία και αναπότρεπτη αναγκαιότητα. Ολοι μπορούν τώρα να αναλογιστούν και να συνειδητοποιήσουν ότι η νεοφιλελεύθερη στροφή που πραγματοποιήθηκε στον κόσμο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι η φυσική ή αυτόματη συνέπεια μιας αναπόφευκτης οικονομικής ή τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά προέκυψε από πολιτικές αποφάσεις και υιοθετήθηκε από κυβερνήσεις που διέθεταν ταυτόχρονα και άλλες επιλογές. Ολοι μπορούν τώρα να αντιληφθούν ότι η ιδιοτελής ή απλοϊκή πίστη στις αρετές της ελεύθερης αγοράς είναι μια αστήρικτη θεολογία, που σαρώνεται από τα δραματικά διδάγματα της ιστορικής πραγματικότητας. Τώρα ακόμα και οι νεοφιλελεύθεροι «εθνικοποιούν» αναγνωρίζοντας σιωπηλά και έμμεσα την κρυφή αλήθεια: οι ανεξέλεγκτες και αποχαλινωμένες αγορές προκαλούν ανισορροπίες, ανεργία, φτώχεια, διεύρυνση των ανισοτήτων, σπατάλες, φθορά των δημόσιων αγαθών, οικονομικές κρίσεις και οικολογικές καταστροφές. Τώρα είναι ίσως μια κατάλληλη στιγμή για να επαναπροταθεί η παλιά και λησμονημένη ιδέα ότι στο επίκεντρο της οικονομίας και της οικονομικής πολιτικής πρέπει να βρίσκονται ο άνθρωπος και οι ανάγκες του και επομένως ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων και οι στόχοι της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν πρέπει να θυσιάζονται στον βωμό της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Και είναι ίσως καιρός να αντιληφθούν όλοι ότι οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν πρέπει να εκχωρούν στην αγορά τις πιο σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές αποφάσεις.
Η παρούσα κρίση μάς υποχρεώνει όλους να επανεξετάσουμε σε βάθος τις αντιλήψεις και τις ιδέες που μέχρι τώρα εμφανίζονταν σαν αναντίρρητες αλήθειες και συναποτελούσαν τη «συμβατική σοφία» των καιρών μας. Ελπίζουμε ότι τα κείμενα και οι αναλύσεις που συλλέξαμε και παρουσιάζουμε σε αυτό το αφιέρωμα μπορεί να λειτουργήσουν ως ερεθίσματα γι' αυτό τον αναγκαίο κριτικό αναστοχασμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: