Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΕΝΔΟΤΟ ΣΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ

Ο κ. Κ. Μητσοτάκης και η Ιστορία
Με ομιλία του στο συνέδριο «Από τον Ανένδοτο στη Δικτατορία», έδωσε τις δικές του απαντήσεις για την ταραχώδη δεκαετία του ’60

Μια σημαντική ομιλία για την ταραχώδη πολιτική περίοδο της δεκαετίας του '60 εκφώνησε χθες ο πρώην πρωθυπουργός Κων. Μητσοτάκης στο συνέδριο «Από τον Ανένδοτο στη Δικτατορία», που οργάνωσε το ομώνυμο Ιδρυμα. Στόχος του συνεδρίου είναι να φωτίσει την ταραγμένη εκείνη περίοδο, στην οποία ο κ. Μητσοτάκης ήταν από τους πρωταγωνιστές, όπως τόνισε στην αρχή της ομιλίας του:

«Ημουν αδιαμφισβήτητα ένας από τους πρωταγωνιστές και είμαι δυστυχώς σήμερα ένας από τους ελάχιστους που έχουν απομείνει, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν την προσωπική τους μαρτυρία για όσα συνέβησαν τότε. Μιλάω σ' αυτό το συνέδριο έχοντας λύσει τους λογαριασμούς μου με την ιστορία. Σε όλη μου τη ζωή πορεύτηκα με το κεφάλι ψηλά και τη συνείδησή μου καθαρή για τις επιλογές μου. Το προσωπικό τίμημα των γεγονότων του '65, πολιτικά, εκλογικά και ιστορικά το έχω, εξάλλου, καταβάλει. Και επιτρέψτε μου να πω, ίσως και με το παραπάνω. Δίκαια ή άδικα». Για να συνεχίσει: «Στη διάρκεια της δικτατορίας απέφυγα να αναφερθώ στα γεγονότα της δεκαετίας του '60, για να μη βλάψω την αντιδικτατορική ενότητα. Είχα όμως την ευκαιρία να προσεγγίσω όλους τους -άλλους- πρωταγωνιστές και να μιλήσω μαζί τους. Από τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος υπήρξε απέναντί μου εξομολογητικός, έως τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Μίλησα ακόμα και με τον ίδιο τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον πρώτο χρόνο της εξορίας και με τον τέως βασιλέα Κωνσταντίνο και φυσικά με όλους τους εν ενεργεία πολιτικούς της Ενωσης Κέντρου.

Πεποίθησή μου είναι, ύστερα από περισσότερα από 40 χρόνια, ότι μπορούμε και πρέπει πια να μιλήσουμε με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και να καταγράψουμε πρωτίστως τα πραγματικά ιστορικά περιστατικά. Γιατί στα χρόνια που μεσολάβησαν σίγουρα καλλιεργήθηκαν μύθοι και διαστρεβλώθηκαν ή αποσιωπήθηκαν καθοριστικά γεγονότα της εποχής. Το βέβαιο είναι ότι την εποχή εκείνη ζήσαμε μια περίοδο ακραίας πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και πολιτικής παρακμής. Χρησιμοποιήθηκαν πρακτικές και μέθοδοι απαράδεκτες. Από τη δική μου οπτική γωνία έζησα από πρώτο χέρι μερικές από αυτές τις ακρότητες: κεκράκτες που προσπαθούσαν να εμποδίσουν το Κοινοβούλιο να λειτουργήσει, ύβρεις, απειλές που απευθύνονταν στις οικογένειες πολιτικών. Ακραίες στιγμές που ασφαλώς δεν συμβιβάζονται με την έννοια της δημοκρατίας. Σήμερα πιστεύω ότι οι ακραίες στιγμές της δεκαετίας του '60 δεν μπορούν ευτυχώς να επαναληφθούν. Η δημοκρατία μας έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος και ακόμα κι όταν εμφανίζονται αντίστοιχες πρακτικές είναι περιθωριακές και δεν μπορούν να εμποδίσουν τον ήρεμο διάλογο.

Κομβικό σημείο η ρήξη Παπανδρέου - στέμματος

Κατά τον κ. Μητσοτάκη το πρώτο κομβικό σημείο των εξελίξεων ήταν «η ρήξη στην οποία οδήγησε ο Γεώργιος Παπανδρέου τις σχέσεις του με το στέμμα». Σχετικά είπε: «Είναι πλέον απόλυτα αδιαμφισβήτητο ότι εμείς, ο σκληρός πυρήνας της Ενώσεως Κέντρου, που είχαμε κάνει τον ανένδοτο αγώνα, στο πλευρό του Γεωργίου Παπανδρέου, διαφωνήσαμε μαζί του, διότι του ζητήσαμε να παραμείνει πρωθυπουργός και δεν τον ανατρέψαμε, όπως η αντίπαλη προπαγάνδα επί δεκαετίες προσπαθεί να εμφανίσει. Ο τέως βασιλέας είχε και τυπικά και ουσιαστικά άδικο όταν αρνείτο στον Γ. Παπανδρέου το δικαίωμα να αναλάβει ο ίδιος το υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Είναι όμως επίσης δεδομένο -σήμερα υπάρχουν προς τούτο πλήρεις αποδείξεις- ότι ο ΑΣΠΙΔΑ δεν ήταν κάποια σκευωρία της Δεξιάς, αλλά υπαρκτή παράνομη οργάνωση, η ύπαρξη της οποίας ασφαλώς διογκώθηκε σκόπιμα, όμως και επιχειρήματα έδινε στην πλευρά του στέμματος, αλλά και δημιουργούσε στον νεαρό και άπειρο βασιλέα πραγματικές ανησυχίες.

Το γεγονός ότι εμείς διαφωνήσαμε διότι επιμέναμε να παραμείνει πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ήδη όταν μίλησα στη Βουλή στις 3 Αυγούστου του 1965 και εξιστόρησα αναλυτικά τι είχε συμβεί. Ηταν η πιο δύσκολη αγόρευση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, ήμουν ο μόνος που κατάφερε να μιλήσει από δικής μας πλευράς, ο Αθανασιάδης - Νόβας μίλησε μη ακουόμενος, επιβλήθηκα στη Βουλή και κατεγράφησαν έτσι τα πραγματικά περιστατικά. Οτι δηλαδή το σύνολο του μικρού Υπουργικού Συμβουλίου ήταν αντίθετο προς τη ρήξη. Το ίδιο θέμα ξεκαθάρισε επίσης μετά τη δικτατορία, στη σχετική έρευνα που είχαν κάνει τα ΕΠΙΚΑΙΡΑ, όπου τοποθετηθήκαμε τόσο εγώ όσο και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Και είναι περίεργο και ανεξήγητο πως ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να διακινείται αυτός ο μύθος.

Το τραγικότερο λάθος στους χειρισμούς που έγιναν τότε ήταν η ορκωμοσία του Γεωργίου Αθανασιάδη - Νόβα ως πρωθυπουργού μαζί με δύο μόνον υπουργούς - τους υπουργούς Εθνικής Αμύνης και Δημοσίας Τάξεως. Πολύ περισσότερο αφού ο Γ. Παπανδρέου δεν είχε ακόμα υποβάλει την παραίτησή του. Ο τότε βασιλέας με τον τρόπο αυτό επέσπευσε τη ρήξη, την κατέστησε αναπόφευκτη και δημιούργησε με την πράξη του αυτή ένα τραγικό αδιέξοδο. Από εκεί και πέρα όλες οι προσπάθειες που μπορούσαν να καταβληθούν από τα μέλη του πολιτικού συμβουλίου της Ενώσεως Κέντρου και από την Κοινοβουλευτική της Ομάδα, καθώς υπήρχε και στα δύο όργανα γενική αντίθεση με την παραίτηση του Γ. Παπανδρέου, έπεφταν εκ των πραγμάτων στο κενό. Στην τελική πράξη της ρήξης προχώρησε ο Κωνσταντίνος».

Για την κυβέρνηση Νόβα, είπε: «Το αν εκείνη τη στιγμή εμείς κάναμε από πλευράς τακτικής σωστά να συμπληρώσουμε την κυβέρνηση Νόβα και να δώσουμε προσωρινή λύση είναι θέμα ανοικτό προς συζήτηση. Με την εμπειρία που έχω σήμερα -το έχω πει και άλλοτε- ίσως θα έπρεπε να κάνουμε μια τελευταία προσπάθεια προς το Καστρί, παρά το γεγονός ότι οι πιθανότητες επιτυχίας θα ήσαν μικρές. Γιατί πήρα αυτή την απόφαση; Γιατί αισθανόμουν ότι η ρήξη οδηγούσε ευθέως προς τη δικτατορία. Δυστυχώς, όμως, η επιλογή μας δεν έφερε αποτέλεσμα. Αυτό ήταν το χειρότερο. Καήκαμε χωρίς να σώσουμε τον τόπο, αφού δεν αποτρέψαμε τελικά την εκτροπή. Ο Γ. Παπανδρέου οδήγησε σε ρήξη τις σχέσεις του με το στέμμα διότι δεν εδέχθη τότε να αναλάβει οποιοδήποτε στέλεχος της δικής του επιλογής το υπουργείο Εθνικής Αμύνης και επέμεινε να το αναλάβει ο ίδιος. Εν τούτοις ενάμιση χρόνο μετά, όταν πλέον με κυβέρνηση Στεφανόπουλου ο τόπος όδευε ομαλώς σε εκλογές με απλή αναλογική -και έπειτα από σημαντικές επιτυχίες από πλευράς οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής- ο Γεώργιος Παπανδρέου έκανε μυστική συμφωνία με τον αρχηγό της ΕΡΕ, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και τον τότε βασιλέα Κωνσταντίνο, για την ανατροπή της κυβέρνησης Στεφανόπουλου και τη δημιουργία της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου, με την οποία παραχώρησε στον τότε βασιλέα ολόκληρη την κυβέρνηση. Διότι ολόκληρη η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου ήταν της προσωπικής επιλογής του Κωνσταντίνου».

Η ανατροπή της κυβέρνησης του Στεφανόπουλου

Το δεύτερο κομβικό σημείο των εξελίξεων ήταν, κατά τον πρώην πρωθυπουργό, η στάση των δύο μεγάλων κομμάτων, που προκάλεσε την ανατροπή της κυβέρνησης Στεφανόπουλου.

Ο κ. Μητσοτάκης μίλησε για «βαρύ σφάλμα που διέπραξαν, καθώς δεν είπαν με ειλικρίνεια στον ελληνικό λαό αυτά που ετοίμαζαν, κάτι που θα έδινε άμεση λύση στο πολιτικό πρόβλημα. Αντίθετα, πρόσθεσε, απέκρυψαν τη συμφωνία, την οποία κανείς από εμάς δεν εγνώριζε και ανέτρεψαν απροειδοποίητα την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, η οποία όχι μόνο δεν είχε αντίρρηση να συμφωνήσουν τα δύο μεγάλα κόμματα, αλλά αντίθετα και ο Στέφανος Στεφανόπουλος και εγώ ο ίδιος είχαμε επανειλημμένα συστήσει στον τότε βασιλέα ότι οφείλει να βρει τρόπο να συμφωνήσει με τον αρχηγό της πλειοψηφίας». Συμπλήρωσε όμως ότι «ακόμα και η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου θα αποτελούσε λύση, αν την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή δεν είχε ανατραπεί, με αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί και η ψήφιση της απλής αναλογικής. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέτρεψε τότε την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου με αφορμή μια τροπολογία την οποία είχαν καταθέσει οι βουλευτές της Ενώσεως Κέντρου, στην οποία προβλεπόταν ότι μεταξύ της διάλυσης και της σύγκλησης της επομένης Βουλής, οι βουλευτές έχουν το ακαταδίωκτο. Μια τροπολογία, που αφορούσε στον Ανδρέα Παπανδρέου και που ήταν λογική, ισχύει και σήμερα. Την τροπολογία εκείνη εμείς τότε την είχαμε αμέσως αποδεχθεί». Αναφερόμενος στη στάση Κανελλόπουλου είπε: «Το βασανιστικό ερώτημα που με απασχόλησε όλα αυτά τα χρόνια και με απασχολεί ακόμα και σήμερα, είναι γιατί ο προχώρησε σ’ αυτή την πράξη; Γνώριζε ασφαλώς ότι δική του κυβέρνηση, κυβέρνηση Κανελλόπουλου δεν επρόκειτο ποτέ να ψηφιστεί. Τι νόημα είχε λοιπόν μια απόφαση η οποία με βεβαιότητα –μέσω της ενισχυμένης αναλογικής, αλλά και της προσφοράς και πάλι στον Γεώργιο Παπανδρέου των αντιβασιλικών συνθημάτων– έδινε απόλυτη πλειοψηφία στον Γεώργιο Παπανδρέου; Σε ποια λύση απέβλεπε τελικά;

Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε πράγματι την ειλικρινή πρόθεση να τηρήσει τη συμφωνία και στήριξε μέχρι τέλους την κυβέρνηση Παρασκευοπούλου, παρά την τρομακτική πίεση που άσκησε εναντίον του ο γιος του Ανδρέας, ο οποίος μίλησε όχι απλώς αρνητικά, αλλά υβριστικά σχεδόν, για να υποχρεωθεί τελικά να ψηφίσει την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου, προ της απόλυτης αποφασιστικότητας του πατέρα του.

Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου και προ της ανάθεσης της εντολής στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο τότε βασιλέας είχε καλέσει όλους τους πολιτικούς αρχηγούς για να του προτείνουν λύσεις. Αυτό που δεν είναι σχεδόν καθόλου γνωστό, είναι ότι ο γηραιός και έμπειρος ηγέτης της ΕΔΑ, ο Γ. Πασαλίδης, του εισηγήθηκε οικουμενική, την οποία ο τότε βασιλέας εδέχθη. Εμείς την δεχθήκαμε με ενθουσιασμό, ο Κανελλόπουλος δεν μπορούσε να την αρνηθεί και ο Γεώργιος Παπανδρέου, ενώ στην αρχή την εδέχθη, στη συνέχεια δήλωσε ότι την αρνείται, προφανώς υπό την πίεση του Ανδρέα.

Σήμερα υπάρχουν μαρτυρίες ότι πίσω από τον σχηματισμό της κυβερνήσεως Κανελλοπούλου υπήρχε η πρόθεση να προχωρήσει η άρση ορισμένων διατάξεων του Συντάγματος και η επιβολή στρατιωτικού νόμου. Ο Γεώργιος Ράλλης, αλλά και ο Παναγής Παπαληγούρας έχουν άλλωστε μιλήσει ευθέως για την πρόθεση της τότε κυβερνητικής πλευράς για αναστολή ορισμένων άρθρων του Συντάγματος, ενώ ο τέως βασιλέας δίνει την προσωπική του μαρτυρία ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος του το ζήτησε αυτό δύο φορές. Μια το θέρος του 1966 και μια ως πρωθυπουργός πλέον στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Οταν μιλούμε για χούντα των στρατηγών, την οποία πρόλαβε ο Παπαδόπουλος με τους δικούς του συνωμότες, είναι προφανές ότι μιλούμε για εκτροπή που θα γινόταν με την ευλογία και της κυβέρνησης και του τότε βασιλέα. Δοθέντος ότι δεν υπήρχε πλέον καμία άλλη διέξοδος, το στέμμα φυσικά δεν ήταν έτοιμο να δεχθεί την πανηγυρική επάνοδο που χάριζαν στον Γεώργιο Παπανδρέου οι εξελίξεις».

Ο ρόλος του παλατιού στις πολιτικές εξελίξεις

Ο κ. Μητσοτάκης έκανε εκτενή αναφορά στο ρόλο που έπαιζε το Παλάτι στις πολιτικές εξελίξεις: «Ο πολιτικός κόσμος στην ουσία είχε την περίοδο εκείνη αποδεχθεί και επιζητούσε ενεργή ανάμιξη του Βασιλέα στα πολιτικά πράγματα, αρκεί βεβαίως να ήταν προς όφελός του. Και αυτό διαμόρφωσε έμπρακτα το πλαίσιο εντός του οποίου θεωρούσαν ότι μπορούσαν να κινηθούν οι Βασιλείς την περίοδο εκείνη. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανεδείχθη για πρώτη φορά πρωθυπουργός ως επιλογή όχι της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος της πλειοψηφίας, αλλά του Βασιλέως Παύλου, ο οποίος του έδωσε τη δυνατότητα να κάνει εκλογές με τον εκλογικό νόμο του ’56. Ο Βασιλέας Παύλος επίσης του έδωσε, όταν ανετράπη το 1958, τη δυνατότητα της διάλυσης της Βουλής. Και το στέμμα πάλι όμως τον ανέτρεψε το 1963, ανοίγοντας το δρόμο για την επικράτηση της Ενωσης Κέντρου.

Χωρίς τη βοήθεια του τότε Βασιλέα ούτε ο Γεώργιος Παπανδρέου θα γινόταν πρωθυπουργός. Αν το στέμμα δεν του έδινε τη διάλυση της Βουλής τον Φεβρουάριο του 1964, οι πολιτικές εξελίξεις θα ήταν διαφορετικές. Και ανετράπη και ο Γεώργιος Παπανδρέου από τον Βασιλέα το 1964, όπως το ίδιο συνέβη με τον Στέφανο Στεφανόπουλο, που ανήλθε στην πρωθυπουργία και ανετράπη πάλι με αποφάσεις του στέμματος».

Κλείνοντας την ομιλία του, τόνισε ότι είναι έτοιμος για κριτική και αυτοκριτική: «Προσωπικά ουδέποτε διεκδίκησα το αλάθητο. Ημουν και είμαι έτοιμος για αυτοκριτική αλλά και για να δεχθώ την κριτική όλων. Με πάθος όμως τήρησα πάντοτε, στη μακρά πολιτική μου πορεία, τον δημοκρατικό διάλογο που αποτελεί την πεμπτουσία της δημοκρατίας. Και πιστεύω ότι μπορούμε να προσφέρουμε πραγματική υπηρεσία στον ελληνικό λαό όταν βγάζουμε τα κατάλληλα συμπεράσματα για το μέλλον από όσα συνέβησαν στο παρελθόν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα γεγονότα της δεκαετίας του 1960 παραμένουν και σήμερα επίκαιρα. Γιατί μας θυμίζουν ότι η πολιτική σε όλες της τις εκφάνσεις πρέπει να στηρίζεται στη διαφάνεια. Γιατί υπογραμμίζουν ότι οι ακραίες, χωρίς όρια και στόχο αντιπαραθέσεις μπορεί τελικά να βλάψουν και τον τόπο αλλά και όλους όσοι εμπλέκονται σ’ αυτές. Και προπαντός γιατί επιβεβαιώνουν ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί σωστά και μπορεί ακόμα και η ίδια να κινδυνεύσει όταν ο λαός δεν έχει τη δυνατότητα να μάθει την αλήθεια. Οταν οι πολιτικοί κρύβουν την αλήθεια από τον λαό».

[Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7/5/2008]

Δεν υπάρχουν σχόλια: